Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Η δυστυχία τού να είσαι σκύλος στην Ελλάδα


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 04-09-10


Του Νικου Βατοπουλου

Υπάρχει ένας (ακόμη) τομέας στην ελληνική ζωή, στον οποίο παίρνουμε κάτω από τη βάση. Είναι ένας τομέας, που θεωρείται «δευτερεύων», αλλά ακριβώς επειδή έτσι τον αξιολογούμε έχουμε κερδίσει τον τίτλο του πιο εχθρικού προς τα ζώα λαού στην Ευρώπη.

Μπορεί να μην μας αρέσει, αλλά οι μαρτυρίες των ξένων επισκεπτών στη χώρα μας έχουν δικαίως δημιουργήσει εκτός συνόρων μια «μαύρη» εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο φερόμαστε στα ζώα. Η Ελλάδα, δυστυχώς, ας το δεχθούμε, δεν ανήκει στη Δύση σε ό,τι έχει να κάνει με τη μεταχείριση των ζώων, κατοικιδίων και μη.

Στην Ελλάδα, είναι αποδεκτό να μην μπορείς να πας πουθενά με τον σκύλο σου. Να μην μπορείς να μπεις σε λεωφορείο ή σε τραμ, να μην μπορείς να κολυμπήσεις (γιατί ενδέχεται κάποιος υστερικός Ελληνας να σου κάνει παρατήρηση και κάποιοι άλλοι να τον δικαιώσουν), να μην μπορείς να πας σε ένα εστιατόριο. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Αν ο σκύλος σου θανατωθεί από φόλα και αν (στην απίθανη περίπτωση) συλληφθεί ο δράστης, οι επιπτώσεις θα είναι μικρές. Οι κατά συρροήν δολοφόνοι ζώων στην Ελλάδα κυκλοφορούν ελεύθεροι χωρίς τις συνέπειες του νόμου.

Το ίδιο και οι (πολλοί) βασανιστές ζώων. Το ίδιο και όσοι πετάνε στα σκουπίδια κουτάβια ή νεογέννητα γατάκια. Το ίδιο και όσοι θεωρούν θεμιτό να εγκαταλείπουν ζώα στον δρόμο. Καμία από τις πράξεις αυτές δεν αξιόποινη. Είναι συμπεριφορές απέναντι στις οποίες η ελληνική κοινωνία επιδεικνύει ανοχή.

Μειοψηφίες Ελλήνων που αντιδρούν πιέζουν τις αρμόδιες αρχές να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Αφενός, οι δήμοι να δημιουργήσουν ως οφείλουν κυνοκομεία, υγειονομικούς ελέγχους και ενημέρωση. Αφετέρου, να διώκονται με ανώτατες ποινές όσοι κακοποιούν ή θανατώνουν ζώα. Είναι αυτονόητα για οποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία. Οχι για την Ελλάδα.

Φέτος, δέχθηκα ως δημοσιογράφος πλήθος καταγγελιών από πολλά μέρη της Ελλάδος για τραγικές περιπτώσεις κακοποιήσεων, για φόλες, για αδιαφορία των αρχών απέναντι σε παραβάτες ή εγκληματίες. Μηνύματα από την παραλία του Μαραθώνα, τη Μυτιλήνη (όπου η «Κιβωτός» κάνει σπουδαία δουλειά), την Πάρο όπου ένας Ελβετός προσπαθεί να πιέσει τον δήμο να αναλάβει τις ευθύνες του... Οσο θεωρούμε ότι το ζήτημα αυτό είναι δευτερεύον, τόσο άξιοι της μοίρας θα είμαστε στο τελευταίο σκαλί των «πολιτισμένων» κρατών.

Η αγορά πολιτισμού θέλει κοινό νου

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10-07-10

Tου Nικου Bατοπουλου

Επειδή τα αυτονόητα χρήζουν στην Ελλάδα επαίνου, αξίζει υπογράμμισης το άνοιγμα που έκανε το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στα μεγάλα ξενοδοχεία και στους λειτουργούς του τουρισμού. Στην κρίση που πλήττει τη χώρα και την εικόνα της, το ιδιωτικό Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης κάλεσε τα ΜΜΕ και είπε αυτά που κανένα κρατικό μουσείο δεν έχει καν ψελλίσει. Οτι δηλαδή, η συγκυρία επιβάλλει δυναμική έξοδο στην κοινωνία, συνεργασίες, επικοινωνία με προσωπικότητες διεθνούς εμβέλειας και ανοικτό δίαυλο με τους φορείς του Τουρισμού.

Η πρωτοβουλία του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης στο τοπίο της αγοράς του πολιτισμού δείχνει ότι η μόνη επιλογή είναι η αντίδραση στην κρίση με ρεαλιστικά και ορθολογικά μέτρα. Δυστυχώς, στην Ελλάδα είχε επί δεκαετίες καλλιεργηθεί (ως κοινωνική αξία) η ηττοπαθής πεποίθηση ότι όσοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με τον πολιτισμό σε οποιονδήποτε τομέα (κυρίως δε, στο θέατρο) ή να οργανώσουν ένα ακόμη άχρηστο «φεστιβάλ», έπρεπε να επιχορηγούνται από το κράτος. Είναι σαφές ότι η κατασπατάληση δημοσίου χρήματος σε εκατοντάδες «μαύρες τρύπες» στον πολιτισμό (πρακτική που δοξάστηκε προκλητικά και με φαυλότητα στη δεκαετία του ’80 κι έμεινε μετέπειτα ως «κληρονομιά»), οδήγησε την όποια πολιτιστική πολιτική στον γκρεμό και μαζί παρασύρθηκαν και όσοι άξιζαν κάποιας βοήθειας.

Επρεπε να φθάσουμε εκεί που φθάσαμε για να αντιμετωπίζουμε πλέον ως γραφικά και ανάξια προσοχής τα αιτήματα για κρατική επιχορήγηση εκφρασμένα από «καλούς» και «κακούς». Αν είσαι «καλός», οφείλεις να ξέρεις και καλό κολύμπι. Η ζωή δεν χαρίζεται. Και το κράτος οφείλει μεν να στηρίξει θεσμούς (όπως τα εθνικά μουσεία και τα εθνικά θέατρα) αλλά όχι το κάθε φιλόδοξο, έστω και ταλαντούχο, καλλιτεχνικό σχήμα. Ηταν ένα κέρδος από την κατάντια μας. Κερδίσαμε λίγο χώρο ορθολογισμού στην παράνοια της δήθεν πολιτιστικής πολιτικής, που στην Ελλάδα παρήγαγε μεγάλη οκνηρία και βολεμένους καλλιτέχνες. Στην πρωτοβουλία του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης ακούσαμε ένα μάθημα κοινωνικής ευθύνης και ορθολογικής διαχείρισης. Το ίδιο θα όφειλαν να κάνουν και θεατρικοί οργανισμοί, άλλα μουσεία (δημόσια και ιδιωτικά), κλπ. Αν δεν μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου, μην έχεις απαιτήσεις από τους άλλους. Η γέφυρα με τον Τουρισμό είναι αυτονόητη για τον Πολιτισμό στην Ελλάδα, και ας μη θεωρηθεί σύγχυση προσανατολισμού. Είναι απλά μαθηματικά.

Ο Λάρι Κινγκ είπε «σταματώ εδώ»


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 01-07-10

Νικος Bατοπουλος

ΠΡΟΣΩΠΑ. Ο Λάρι Κινγκ είχε επιτύχει να είναι ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο της διεθνούς τηλεοπτικής κουλτούρας ακόμη και από ανθρώπους που δεν γνώριζαν καλά αγγλικά. Ηταν ένα επίτευγμα, ενδεικτικό μιας προσωπικότητας που ανέπτυξε τον ρόλο του τηλεοπτικού οικοδεσπότη σε περσόνα μιας πλατιάς επικοινωνιακής πλατφόρμας.

Η απόφασή του να ανακοινώσει δημοσίως το τέλος του «Larry King Live», έπειτα από 25 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στo CNN, δεν αιφνιδίασε αλλά προκάλεσε συγκίνηση, περισσότερο για το κλείσιμο ενός κύκλου παρά για την απώλεια του σόου. Είχε ήδη διαγράψει μια πορεία και είχε εκφραστεί από πολλούς η άποψη ότι ο Λάρι Κινγκ ανήκε πλέον σε άλλη εποχή. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς αν είχε ψυχανεμιστεί έστω την ισχυρή προσωπικότητα του τηλε-οικοδεσπότη, που με κλονισμένη την υγεία τα τελευταία χρόνια, δήλωσε ότι θα αφιερώσει πλέον χρόνο στην οικογένειά του. Δεν εγκαταλείπει τον στίβο της εργασίας, απλώς κατεβάζει ταχύτητες. «Με αυτό το κεφάλαιο που κλείνει», δήλωσε ο 76χρονος Λάρι Κινγκ, «προσβλέπω στο μέλλον και στο τι θα μου φέρει. Αλλά προς το παρόν, είναι καιρός να κρεμάσω τις νυχτερινές τιράντες μου». Αναγνωρίσιμος όχι μόνον ως στυλ και φωνητική χροιά μέσα από τις χιλιάδες συνεντεύξεις που έχει πάρει αλλά και από τις τιράντες του, τα γυαλιά του και τα ριγέ πουκάμισα, ο Κινγκ ήταν η επιτομή του αυτοδημιούργητου Αμερικανού, του είδους που είχαμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε στον 20ό αιώνα.

Ο Λάρι Κινγκ είχε το χαρακτηριστικό της διαρκούς ροής. Είχε καλέσει στο στούντιο 50.000 προσωπικότητες, είχε κάνει οκτώ γάμους, είχε μία ασίγαστη δίψα για την επόμενη μέρα. Ηταν «Αμερικανός» ώς το κόκκαλο, αυτός ο τυπικός γόνος Ευρωπαίων μεταναστών, από Αυστριακό πατέρα και Λευκορωσίδα μητέρα. Ηταν το μείγμα των γονιδίων, ήταν η δυναμική Αμερική μετά τον πόλεμο (όταν ξεκινούσε ως δημοσιογράφος στη Φλόριντα), ήταν η τηλεόραση των ’70s που ξεκινούσε τότε να γίνει κάτι πολύ μεγάλο, πολύ φιλόδοξο, πολύ απρόβλεπτο.

Τηλε-δημοκρατία

Ο Λάρι Κινγκ επαινέθηκε για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τους καλεσμένους του. Ηταν ο εαυτός του. Απέναντί του πρόεδροι, βασιλείς, ποπ σταρ και διανοούμενοι. Τους κοιτούσε χωρίς κολακεία, αλλά και χωρίς μεγάλη συναίσθηση της διαφοράς. Η Εϊμι Γουάινχαουζ και ο πρίγκιπας Κάρολος έπιαναν τον ίδιο χώρο απέναντί του. Η δόξα της τηλε-δημοκρατίας. Οσοι δεν τον συμπάθησαν ποτέ, και ήταν πολλοί, είχαν να λένε για τη ρηχότητα των ερωτήσεων και το άνευρο πολιτικό βάθος, αλλά κανείς δεν βρέθηκε να πει ότι Λάρι Κινγκ δεν είχε εργαστεί σκληρά για να κερδίσει με το σπαθί του ένα βασιλικό τίτλο. Εστω και της τηλε-δημοκρατίας.

Ο Βενιζέλος ως διεθνής προσωπικότητα


Νέα μονογραφία του στα αγγλικά κυκλοφόρησε αυτήν την εβδομάδα, με συγγραφέα τον Αντριου Ντάλμπι

Του Νικου Bατοπουλου

ΕΚΔΟΣΗ. «Πιστεύω ότι η ονομασία του αεροδρομίου της Αθήνας ήταν ένα βήμα ώστε να γίνει ευρύτερα αντιληπτή η συμβολή του Βενιζέλου ως ενός άνδρα της διεθνούς πολιτικής σκηνής». Ο Αντριου Ντάλμπι, συγγραφέας μιας νέας μονογραφίας για τον Ελληνα πολιτικό, γνωρίζει -όπως λέει- ότι «η κληρονομιά του Βενιζέλου είναι ακόμη υπό συζήτηση στην Ελλάδα». Ωστόσο, ο ίδιος υποστηρίζει με σθένος ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ένας άνθρωπος με υψηλό δείκτη διπλωματικής ευφυΐας. Και η περίπτωσή του μπορεί να ενδιαφέρει ένα πλατύ, διεθνές κοινό.

Συνθήκη των Σεβρών

Η έκδοση, που κυκλοφόρησε στις 10 Αυγούστου από τον οίκο Haus Publishing, εντάσσεται στη σειρά «Δημιουργοί του Σύγχρονου Κόσμου» (Makers of the Modern World) και συμπίπτει με την επέτειο των 90 χρόνων από τη Συνθήκη των Σεβρών.

«Σύμφωνα με τους λαούς που έκριναν τους εκπροσώπους τους, όλοι οι σημαντικοί παίκτες στο Παρίσι του 1919 απέτυχαν», λέει στην «Κ» ο Αντριου Ντάλμπι. «Μέσα σε δύο χρόνια από την υπογραφή των συνθηκών, όλοι είχαν ανατραπεί από το εκλογικό σώμα. Γιατί; Διότι ο πόλεμος υπήρξε καταστροφικός για όλους. Και επιπλέον γιατί οι λαοί είχαν λάβει υποσχέσεις για μεγάλες αποζημιώσεις, οι οποίες δεν ήρθαν ποτέ».

Ο Βενιζέλος, σύμφωνα με τον συγγραφέα, «είχε επίσης υποσχεθεί πολλά, όπως ο Λόιντ Τζορτζ, ο Κλεμανσό, ο Ορλάντο και ο Ουίλσον. Μετά το 1919, αν ήθελε να εξακολουθεί να ηγείται της Ελλάδος, έπρεπε να εξαργυρώσει κάποιες έστω από τις υποσχέσεις. Διαπραγματευόταν σε όλα τα μέτωπα. Η Βόρειος Ηπειρος ήταν μια πιθανότητα. Η Ανατολική Θράκη, δύσκολη. Τα Δωδεκάνησα, πολύ πιθανά. Η Σμύρνη, όχι αδύνατη. Η Κύπρος και η Πόλη, αδύναμες προοπτικές. Επαιξε όλα τα χαρτιά του και το έκανε τόσο καλά, ώστε οι άλλοι διπλωμάτες συμφώνησαν ότι ήταν λογικές οι απαιτήσεις του. Με περισσή ευκολία, πήρε τη Σμύρνη. Το 1919, στο Παρίσι, δεν νομίζω άλλος Ελληνας πολιτικός να έπαιρνε τόσο πολλά».

Ο Αντριου Ντάλμπι έχει ένα βαθύ ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Λέει: «Για πρώτη φορά συνάντησα το όνομα του Βενιζέλου σε μια μετάφραση του Θουκυδίδη σε ένα βιβλιοπωλείο της Οξφόρδης. Αυτό ήταν πριν από 40 χρόνια. Αγόρασα το βιβλίο χωρίς να υποψιάζομαι πόσα πράγματα θα με συνέδεαν μαζί του». Ιστορικός και ερευνητής, ο Αντριου Ντάλμπι ζει στη Γαλλία και έχει ασχοληθεί εκτενώς με ζητήματα γλώσσας, γαστρονομίας αλλά και αρχαίας ιστορίας. Η πολυπρισματική ματιά του στον κόσμο μοιάζει να ταιριάζει με το πνεύμα του Βενιζέλου που, όπως ο λέει ο Ντάλμπι, επιχειρούσε να δει μέσα από το οπτικό πεδίο του συνομιλητή του. «Ο Βενιζέλος είχε πάντα στην καρδιά του το συμφέρον των Ελλήνων, αλλά είχε την ικανότητα να βλέπει τα πράγματα και από άλλη σκοπιά. Μπορούσε να δει πώς φαίνονταν οι θέσεις του από την πλευρά των Αμερικανών, από την πλευρά των Ιταλών ή των Γάλλων. Υπολόγιζε τα προβλήματα που βάραιναν τον Ουίλσον, τον Ορλάντο και τον Κλεμανσό. Αυτό ακριβώς είναι που λείπει σήμερα. Χρειαζόμαστε πολιτικούς που δεν δίνουν απλώς παραστάσεις για τον λαό τους αλλά συνυπολογίζουν πώς φαίνονται τα αιτήματά τους στη διεθνή σκηνή».

Φυσικά, η εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα ήταν καταστροφική στο σκέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου. «Σήμερα, εύκολα μπορούμε να πούμε ότι ο Βενιζέλος έπρεπε να μην είχε αναμειχθεί στη Σμύρνη. Αλλά εκείνη την εποχή, δεν είχε άλλη επιλογή. Η ορμή των διαπραγματεύσεων στο Παρίσι, ο υπαρκτός κίνδυνος να επιστρέψει στην Αθήνα με άδεια χέρια σε έναν λαό που ζητούσε προστασία τον οδηγούσαν να ζητήσει τη Σμύρνη. Ας μην ξεχνάμε ότι πάντα, σε όλη του τη ζωή, ο Βενιζέλος ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Ελεγε “θα τα καταφέρουμε” και το εννοούσε».

Οχι ως ήρωας

Σήμερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι γνωστός στο εξωτερικό κυρίως σε όσους ασχολούνται με την Ιστορία. «Στο ευρύτερο κοινό, το όνομά του δεν είναι πολύ γνωστό», λέει ο Αντριου Ντάλμπι. «Και νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να αλλάξει αυτό. Δεν είναι πρόθεσή μου να παρουσιάσω τον Βενιζέλο ως ήρωα, γιατί ο Βενιζέλος είχε και πολλά ελαττώματα, αλλά επιθυμώ να τον δω ως έναν πολιτικό άνδρα με ένα εντυπωσιακό όραμα και ως μια χαρισματική προσωπικότητα. Αναμφισβήτητα είναι ένας από τους ανθρώπους που έδωσαν σχήμα στον κόσμο που ζούμε σήμερα».

«Eleftherios Venizelos: Greece» του Andrew Dalby (Haus Publishing).

"Καθημερινή", 12 Αυγούστου 2010

Κράτος και ιδιώτες στην Αθήνα



Tου Νικου Βατοπουλου


Για να επενδύσει κανείς σήμερα στην Αθήνα, να αγοράσει, π.χ., ένα ακίνητο και να το επισκευάσει, να ανοίξει μια επιχείρηση, κατάστημα, ξενοδοχείο, πρέπει να πιστέψει σε ένα μέλλον. Οι ατέρμονες συζητήσεις που γίνονται για τη διάσωση του κέντρου της Αθήνας και των αστικών συνοικιών της, με τα συναρμόδια υπουργεία και τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, «ευελπιστούν» να έχουν μια πρακτική αξία. Προς το παρόν είναι όλα ευχολόγια.

Ζητούν και πολύ σωστά ιδιωτικές επενδύσεις στο κέντρο της Αθήνας. Είναι πλήθος τα αναξιοποίητα κτίρια, τα ερειπωμένα διατηρητέα, τα κλειστά διαμερίσματα, τα καταστήματα που έβαλαν λουκέτο, τα ξενοδοχεία που κάνουν διαρκώς προσφορές. Αλλά οι ιδιώτες είχαν πιστέψει και μάλιστα με ενθουσιασμό στην αναγέννηση της Αθήνας μετά το 1997 όταν η πόλη έμπαινε σε ολυμπιακή τροχιά. Είχαν γίνει πάρα πολλές ιδιωτικές επενδύσεις, ιδίως στον τουριστικό κλάδο. Κανείς δεν στήριξε αυτούς τους «ιδιώτες», που έχει τόσο ανάγκη κάθε κοινωνία και οικονομία, ώστε να προστατεύσουν την επένδυσή τους και να την επεκτείνουν. Το αντίθετο. Οσοι, δε, είχαν την ρομαντική ελπίδα ότι η Ομόνοια θα «άλλαζε» επένδυσαν σε ξενοδοχειακές μονάδες, προσέλαβαν προσωπικό, προσπάθησαν να βοηθήσουν την Αθήνα. Τώρα δεν είναι σε θέση να κρατήσουν τον ίδιο αριθμό εργαζομένων και ρίχνουν την ποιότητα. Η πολιτεία επέτρεψε να δημιουργηθούν τέτοιες απαράδεκτες συνθήκες, ώστε όλες αυτές οι ιδιωτικές επενδύσεις (κυρίως της τριετίας 2001-2004) να πάνε στράφι. Ερχονται οι τουρίστες και δεν πιστεύουν στα μάτια τους. Πώς να κρατήσεις ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων στην Ομόνοια; Είναι μαύρο ανέκδοτο.

Η πρόσκληση στους ιδιώτες, που ακούστηκε ως λύση και σανίδα σωτηρίας για να μην «χάσουμε» εντελώς την Αθήνα, είναι σωστή ως αρχή, αλλά για να προχωρήσει πρέπει να γίνουν άμεσα και πρακτικά βήματα. Ετσι, όπως είναι η κατάσταση με την ανικανότητα των αρμοδίων αρχών και τις τεράστιες ευθύνες τους (για την οικονομική καταστροφή που έχει συμβεί στο κέντρο της πρωτεύουσας) δεν μπορεί να προσελκυσθούν επενδύσεις. Τα καταστήματα υποφέρουν από τις πορείες, τα ξενοδοχεία από την εξαθλίωση της πόλης. Να δούμε πρώτα έργα. Φτάνει πια με την περιγραφή του προβλήματος. Αυτό όλοι το γνωρίζουμε. Εργα δεν βλέπουμε.

"Καθημερινή", 28 Αυγούστου 2010

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Eνθύμιον της πόλεως των Kαλαμών

Tο φωτογραφικό αρχείο Nτεκελέ συγκεντρώνει σε χιλιάδες αρνητικά την κοινωνική ιστορία της Mεσσηνίας

Του Νίκου Βατόπουλου

Mια επιγραφή, «Φωτο–Tέχνη», στην οδό Kολοκοτρώνη 17 και Aγίου Nικολάου, κοντά στο ιστορικό κέντρο της Kαλαμάτας, διηγείται μια ιστορία τριών γενεών φωτογράφων. Eίναι μια πορεία που ταυτίζεται με την εξέλιξη της ίδιας της πόλης όπως την αποτύπωσαν σε δεκάδες χιλιάδες γυάλινες πλάκες και αρνητικά τρεις σκαπανείς της φωτογραφικής τέχνης από τα τέλη του 19ου αιώνα και σε όλη τη διάρκεια του 20ού. Tο Aρχείο Nτεκελέ, όπως είναι γνωστό από το όνομα του νεότερου από τους τρεις φωτογράφους, είναι μία εκπληκτική συλλογή φωτογραφιών που σαν μια πολύπτυχη βεντάλια συμπυκνώνει όλες τις στάσεις ζωής στην πόλη της Kαλαμάτας.

110 χρόνια λειτουργίας


Bρίσκεται εκεί, στον ίδιο χώρο, όπου ευλαβικά φυλάσσονται οι παλιές μηχανές–αντίκες, παραταγμένες σαν να είναι έτοιμες να ξαναζωντανέψουν, συντηρώντας την οριστικά χαμένη ατμόσφαιρα του παλιού ατελιέ. Tώρα, το παλιό φωτογραφείο, παραδοσιακό ώς το τέλος, υπάρχει μονάχα ως χώρος μνήμης έπειτα από 110 χρόνια διαρκούς λειτουργίας. Eκεί πήγαιναν οι κυρίες της Kαλαμάτας, με τα καπέλα τους και με το βέλο, οι στρατιώτες, οι αστοί και οι οικογένειες σε πλήρη σύνθεση για ένα «κλικ» μπροστά από τα χάρτινα σκηνικά. Πόσα παιδιά του Mεσοπολέμου, πόσα κλάματα και πόσες ελπίδες μέχρι να βγει το «πουλάκι». Kαι μέσα από εκείνον τον μικρό χώρο, τον ποτισμένο με τις ανάσες όλης της Kαλαμάτας, που είχε σύρει ώς εκεί το βήμα της και είχε αφήσει το βλέμμα της να πλανηθεί και να πλανευτεί, έβγαιναν οι τρεις φωτογράφοι με τις μηχανές τους, που ο ένας έδινε τη σκυτάλη στον άλλον και στον χρόνο τον ίδιο, επί δεκαετίες, ακούραστοι, πάνοπλοι, και κατέγραφαν το κάθε σκίρτημα της πόλης. Oι δρόμοι, οι γειτονιές της Kαλαμάτας, τα ήρεμα σπίτια στα στενά και οι γαλήνιες νεοκλασικές προσόψεις του κέντρου. Oι επισκέψεις βασιλέων, μητροπολιτών, αρχηγών πολιτικών κομμάτων που ζωήρευαν για λίγο τον ήρεμο ρυθμό της ωραίας πολιτείας. O πόλεμος του ’40, οι Γερμανοί, οι αντάρτες. Tα χωριά της Mεσσηνίας, οι αθλητικοί σύλλογοι, οι πρόσκοποι, οι συντροφιές.

Aπό τον Λοΐζο στον Δημητριάδη και τον Nτεκελέ


Hταν ο Γιώργος Λοΐζος, γεννημένος γύρω στο 1870, δραστήριος ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’30. Eστησε το ατελιέ, έκανε όνομα. Aργότερα, ήρθε στο ατελιέ ο Διονύσης Δημητριάδης από τη Zάκυνθο, που με τη σειρά του έδωσε τη σκυτάλη με τα χρόνια στον Γιώργο Nτεκελέ (1932 - 2000). O Nτεκελές μπήκε στο «Φωτο–Tέχνη» τη δεκαετία του ’50 σαν ο τρίτος κρίκος μιας φωτογραφικής παράδοσης. Eίχε το προνόμιο να βρει έναν αμύθητο φωτογραφικό θησαυρό αλλά και ο ίδιος είχε την πρόνοια και την αγάπη να τον διαφυλάξει και να τον εμπλουτίσει. H συμβολή του Γιώργου Nτεκελέ στη διάσωση της καλαματιανής μνήμης είναι ανεκτίμητη. Mε τον δικό του τρόπο έγραψε και ο ίδιος την ιστορία της πόλης. Aυτό που συνέλαβε με τον φακό του, αυτό είναι που μένει.

O χώρος, που ήταν ένα σημείο συνάντησης, έχει παραμείνει ως έχει, μας λέει η κόρη του, Aννα Nτεκελέ, που δεν είναι φωτογράφος η ίδια αλλά νιώθει την ανάγκη να διαφυλάξει ένα κομμάτι από την ιστορία της Kαλαμάτας. H παλιά γοητεία αναδύεται από την ατμόσφαιρα του στούντιο και των παλιών μηχανών, αλλά η ρομαντική διάθεση εξατμίζεται όταν κληθεί κανείς να δώσει μία πρακτική λύση για το μέλλον αυτού του αρχείου της κοινωνίας της Kαλαμάτας, που πρέπει να συντηρηθεί και να ταξινομηθεί με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας και του ειδικευμένου προσωπικού.

Eνας θησαυρός για την Kαλαμάτα

H Kαλαμάτα, πόλη που έχει αιφνιδιάσει σε ορισμένες περιπτώσεις με τα καλλιτεχνικά της αντανακλαστικά (η Δημοτική Eπιχείρηση Πολιτιστικής Aνάπτυξης, γνωστή ως ΔEΠAK, έχει δώσει καλά δείγματα γραφής) αξίζει ενός Φωτογραφικού Kέντρου, που θα μπορούσε να στηριχθεί από τις δυνάμεις της πόλης και ντόπιους χορηγούς. Θα μπορούσε το Aρχείο Nτεκελέ να αποτελέσει τη βάση ενός ερευνητικού κέντρου για τη φωτογραφία, που θα μπορούσε με τη σειρά του να διασυνδεθεί με την θεσμική πρωτεύουσα της φωτογραφίας, τη Σκόπελο, για ανταλλαγή εκθέσεων και συνεργασία στην έρευνα. Σταδιακά, μια σειρά από πόλεις θα μπορούσε να δημιουργήσει αυτό το δίκτυο συνεργασίας και να δοθεί μια λύση για τα κατά τόπους ξεχασμένα φωτογραφικά αρχεία της περιφέρειας. Θέσεις εργασίας και ερέθισμα για έρευνα θα μπορούσαν να στηρίξουν αυτά τα κέντρα, που θα έπρεπε να λειτουργούν με στήριξη των τοπικών δυνάμεων, ιδιωτικών και δημοτικών.

Tο Aρχείο Nτεκελέ, γνωστό μόνο στους στενούς φωτογραφικούς κύκλους, έρχεται στη δημοσιότητα σε μία συγκυρία κατά την οποία η πολιτεία είναι έτοιμη να ανακοινώσει μέτρα φωτογραφικής πολιτικής και να αναδείξει διαύλους επικοινωνίας με άλλα κρατικά ή ιδιωτικά ιδρύματα και κέντρα. H Kαλαμάτα με την αστική της παράδοση έχει ένα θησαυρό που κάποιος οφείλει να τον λάβει σοβαρά υπόψη. Tο Aρχείο Nτεκελέ είναι μία περίπτωση που όμως με την ιδιαιτερότητά της φωτίζει ανάλογα βήματα της ελληνικής κοινωνίας στον 20ό αιώνα. Aξίζει να έρθει στο φως.

"Καθημερινή", 20 Ιανουαρίου 2002

Ο στυλίστας Ρεξ Στάουτ και οι άλλοι...





















Οι κλασικοί της αστυνομικής λογοτεχνίας απουσιάζουν από την ελληνική εκδοτική σκηνή



Η εμφάνιση της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα ακολουθεί κύκλους μόδας. Παρά το ότι έχει καλλιεργηθεί η εντύπωση πως η αστυνομική λογοτεχνία εκπροσωπείται ευρέως στην ελληνική αγορά, παρά τις συχνά υπέρ το δέον φιλότιμες προσπάθειες να αναδειχθεί το εγχώριο αστυνομικό μυθιστόρημα, παρά τις πολλαπλές περιπτώσεις νέων σειρών που λανσάρουν (και καταργούν) οι εκδοτικοί οίκοι, είναι γεγονός ότι το είδος αυτό τυγχάνει αποσπασματικής και επιφανειακής φροντίδας. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη ίσως γλώσσα του δυτικού κόσμου στην οποία να μην μπορεί κανείς να βρει εύκολα τα κλασικά έργα της αστυνομικής λογοτεχνίας ακόμη και όταν μιλάμε για ονόματα όπως της Αγκάθα Kρίστι, του Ζορζ Σιμενόν ή του Αρθουρ Kόναν Ντόιλ. Πλήθος άλλων ονομάτων έχουν πλήρως εξαφανιστεί από την ελληνική αγορά, ενώ η σταθερή επίμονη αγάπη ορισμένων εκδοτών για τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, τον Ντάσιελ Χάμετ ή τον Ερικ Αμπλερ δεν αλλάζει και πολύ το τοπίο.

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές, η επανεμφάνιση έπειτα από πολλά χρόνια ενός τίτλου του Ρεξ Στάουτ (1886-1975), του ευφυούς Αμερικανού συγγραφέα, δημιουργού του Νίρο Γουλφ και του Αρτσι Γκούντγουιν. Το «Σαμπάνια για τη Φέιθ Ασερ» (μτφ. Kώστας Θεολόγου, εκδ. «Kαστανιώτη»), έξοχο δείγμα γραφής από τον στυλίστα Στάουτ, είναι ένα αυθεντικό φίφτις αστυνομικό. Τίτλους του Ρεξ Στάουτ είχαν εκδώσει στο παρελθόν το «Λυχνάρι» και η αστυνομική σειρά των«Βίπερ» της Πάπυρος, η οποία στην περίοδο 1970-75 είχε συγκροτήσει την πληρέστερη ώς σήμερα αστυνομική βιβλιοθήκη στην Ελλάδα (αν και ορισμένες μεταφράσεις ήταν προβληματικές).

Η επανεμφάνιση, λοιπόν, του Ρεξ Στάουτ μας θυμίζει αφ' ενός την ποιότητα που έχουμε ξεχάσει και αφ' ετέρου φέρνει την επιθυμητή πολυφωνία για να σπάσει λίγο η ασφυκτική επέλαση των Γάλλων συγγραφέων ή του σκληρού είδους τύπου Τζέιμς Ελρόι. Υπάρχουν και άλλοι κλασικοί «παλιομοδίτες» από το παρελθόν, όπως ο Τζέιμς Χάντλεϊ Τσέιζ, η Μάργκαρετ Μίλαρ, η Τζόρτζετ Χέιερ, η Νάιο Μαρς, ο Πάτρικ Kουέντιν, η Μάρτζερι Αλινγχαμ, ο Ελερι Kουίν, η Ελίζαμπεθ Ντέιλι και ο άσημος Ρίτσαρντ Χαλ. Οι Αγγλοσάξονες πρόσφατα επανεξέδωσαν το εκπληκτικό μυθιστόρημά του «Ο φόνος της θείας μου», έργο της δεκαετίας του '30.

Για να είμαστε δίκαιοι, το φαινόμενο εξαφάνισης σπουδαίων ονομάτων άρχισε από την αγγλοσαξονική αγορά στη δεκαετία του '80, με τις πρώτες απορροφήσεις ιστορικών οίκων όπως του Victor Gollancz ή του Collins. Οι Γάλλοι, όμως, διατηρούν όλα τα ονόματα σε κυκλοφορία, αλλά πρόσφατα και οι Αμερικανοί ξαναβγάζουν τους παλιούς μετρ. Στην Ελλάδα, καμία σειρά (με εξαίρεση αυτή της «Αγρας») δεν έχει ευδοκιμήσει. Ολες αυτοκαταργούνται.

Kακά εξώφυλλα, περιορισμένες επιλογές. Ο Ρεξ Στάουτ στον «Kαστανιώτη» κυκλοφόρησε σε μεγάλο σχήμα, αγνοώντας τη φτωχή σε αισθητική κίτρινη σειρά τσέπης. Θα ήταν ευχής έργο να ακολουθήσει κανείς το παράδειγμα των Γάλλων που με πλήρεις σειρές εκδίδουν όλες τις σχολές.

"Καθημερινή", 3 Νοεμβρίου 2001