Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2001. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2001. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Ο στυλίστας Ρεξ Στάουτ και οι άλλοι...





















Οι κλασικοί της αστυνομικής λογοτεχνίας απουσιάζουν από την ελληνική εκδοτική σκηνή



Η εμφάνιση της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα ακολουθεί κύκλους μόδας. Παρά το ότι έχει καλλιεργηθεί η εντύπωση πως η αστυνομική λογοτεχνία εκπροσωπείται ευρέως στην ελληνική αγορά, παρά τις συχνά υπέρ το δέον φιλότιμες προσπάθειες να αναδειχθεί το εγχώριο αστυνομικό μυθιστόρημα, παρά τις πολλαπλές περιπτώσεις νέων σειρών που λανσάρουν (και καταργούν) οι εκδοτικοί οίκοι, είναι γεγονός ότι το είδος αυτό τυγχάνει αποσπασματικής και επιφανειακής φροντίδας. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη ίσως γλώσσα του δυτικού κόσμου στην οποία να μην μπορεί κανείς να βρει εύκολα τα κλασικά έργα της αστυνομικής λογοτεχνίας ακόμη και όταν μιλάμε για ονόματα όπως της Αγκάθα Kρίστι, του Ζορζ Σιμενόν ή του Αρθουρ Kόναν Ντόιλ. Πλήθος άλλων ονομάτων έχουν πλήρως εξαφανιστεί από την ελληνική αγορά, ενώ η σταθερή επίμονη αγάπη ορισμένων εκδοτών για τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, τον Ντάσιελ Χάμετ ή τον Ερικ Αμπλερ δεν αλλάζει και πολύ το τοπίο.

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές, η επανεμφάνιση έπειτα από πολλά χρόνια ενός τίτλου του Ρεξ Στάουτ (1886-1975), του ευφυούς Αμερικανού συγγραφέα, δημιουργού του Νίρο Γουλφ και του Αρτσι Γκούντγουιν. Το «Σαμπάνια για τη Φέιθ Ασερ» (μτφ. Kώστας Θεολόγου, εκδ. «Kαστανιώτη»), έξοχο δείγμα γραφής από τον στυλίστα Στάουτ, είναι ένα αυθεντικό φίφτις αστυνομικό. Τίτλους του Ρεξ Στάουτ είχαν εκδώσει στο παρελθόν το «Λυχνάρι» και η αστυνομική σειρά των«Βίπερ» της Πάπυρος, η οποία στην περίοδο 1970-75 είχε συγκροτήσει την πληρέστερη ώς σήμερα αστυνομική βιβλιοθήκη στην Ελλάδα (αν και ορισμένες μεταφράσεις ήταν προβληματικές).

Η επανεμφάνιση, λοιπόν, του Ρεξ Στάουτ μας θυμίζει αφ' ενός την ποιότητα που έχουμε ξεχάσει και αφ' ετέρου φέρνει την επιθυμητή πολυφωνία για να σπάσει λίγο η ασφυκτική επέλαση των Γάλλων συγγραφέων ή του σκληρού είδους τύπου Τζέιμς Ελρόι. Υπάρχουν και άλλοι κλασικοί «παλιομοδίτες» από το παρελθόν, όπως ο Τζέιμς Χάντλεϊ Τσέιζ, η Μάργκαρετ Μίλαρ, η Τζόρτζετ Χέιερ, η Νάιο Μαρς, ο Πάτρικ Kουέντιν, η Μάρτζερι Αλινγχαμ, ο Ελερι Kουίν, η Ελίζαμπεθ Ντέιλι και ο άσημος Ρίτσαρντ Χαλ. Οι Αγγλοσάξονες πρόσφατα επανεξέδωσαν το εκπληκτικό μυθιστόρημά του «Ο φόνος της θείας μου», έργο της δεκαετίας του '30.

Για να είμαστε δίκαιοι, το φαινόμενο εξαφάνισης σπουδαίων ονομάτων άρχισε από την αγγλοσαξονική αγορά στη δεκαετία του '80, με τις πρώτες απορροφήσεις ιστορικών οίκων όπως του Victor Gollancz ή του Collins. Οι Γάλλοι, όμως, διατηρούν όλα τα ονόματα σε κυκλοφορία, αλλά πρόσφατα και οι Αμερικανοί ξαναβγάζουν τους παλιούς μετρ. Στην Ελλάδα, καμία σειρά (με εξαίρεση αυτή της «Αγρας») δεν έχει ευδοκιμήσει. Ολες αυτοκαταργούνται.

Kακά εξώφυλλα, περιορισμένες επιλογές. Ο Ρεξ Στάουτ στον «Kαστανιώτη» κυκλοφόρησε σε μεγάλο σχήμα, αγνοώντας τη φτωχή σε αισθητική κίτρινη σειρά τσέπης. Θα ήταν ευχής έργο να ακολουθήσει κανείς το παράδειγμα των Γάλλων που με πλήρεις σειρές εκδίδουν όλες τις σχολές.

"Καθημερινή", 3 Νοεμβρίου 2001

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Η ερμηνεία μιας λέξης


Ο τεχνητός όρος «παγκοσμιοποίηση» είναι ίσως μία από τις πιο κακόηχες, ίσως και άκομψες, νέες λέξεις που έχουν εισβάλει στην καθημερινή γλώσσα. Ολοι αναφέρονται σε αυτήν, όπως άλλοτε στον «ψυχρό πόλεμο» ή στην ανασυγκρότηση, αλλά ο καθένας αισθάνεται ελεύθερος να δίνει και να υποστηρίζει τη δική του ερμηνεία. Ισως να είναι και αυτό ένα σύμπτωμα της... παγκοσμιοποίησης. Δεν είμαι βέβαιος αν έχω μία σταθερή, δική μου, ερμηνεία της «παγκοσμιοποίησης», γιατί συχνά αισθάνεται κανείς ότι όλα μπορούν να είναι «παγκοσμιοποιημένα», την ίδια ώρα που όλα είναι υπό αναίρεση.

Πνεύμα εποχής θα έλεγε κάποιος και ίσως να είχε δίκιο, με τη διαφορά ότι σήμερα η «δική μας» μεταβατική εποχή βιώνεται απολύτως συνειδητά, γεγονός που αφαιρεί από τη γοητεία της, αλλά προσδίδει σε ουσία. Είμαστε πολίτες σε καιρούς παγκοσμιοποίησης, μπορούμε να το λέμε και να το χαιρόμαστε, πράγμα που δεν μπορεί να πει κανείς για τους πολίτες της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης. Δεν φαντάζομαι κανένα Αγγλο στο Γιορκ του 1815 (πόσο μάλλον έναν Οθωμανό υπήκοο την ίδια εποχή κάπου στα Βαλκάνια) να προβληματίζεται για τις αλλαγές στον διεθνή χάρτη των συστημάτων. Τις αλλαγές τις ένιωθε μέσα από τη δική του εμπειρία στις καθημερινές συναλλαγές αλλά πιθανώς να μην μπορούσε ή να μη θεωρούσε αναγκαίο να τις συσχετίσει σε ένα πλέγμα πλατιάς κοινωνικής πλατφόρμας.

Εκεί υπάρχει μια διαφορά με το παρελθόν. Ο νέος κόσμος που γεννήθηκε μετά το 1989 έγινε αντικείμενο πολλαπλών προσεγγίσεων. Αναλυτές είπαν πως το 1989 είναι εφάμιλλο σε σημασία με το 1789, άλλοι είπαν πως είναι ακόμη πιο σημαντικό, ενώ άλλοι θέλησαν να προσγειώσουν τη ματιά τους στα τελευταία 50 χρόνια. Ολοι όμως, μαζί τους κι εμείς, κι εσείς, συμφωνούμε πως αν σκεφτεί κανείς τη ζωή το 1985 και τη ζωή το 2001 θα διαπιστώσει μια τεράστια αλλαγή. Δεν έχει να κάνει μόνο με το κινητό τηλέφωνο ή με το Ιντερνετ, αν και αυτές οι δύο εξελίξεις είναι σύμπτωμα και μοχλός ταυτόχρονα της νέας ιδέας που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του.

Η Γένοβα γίνεται αίφνης το νέο θέατρο του νέου ειρηνικού πολέμου. Αν ζούσαμε τον 16ο αιώνα και είχαμε τη δική μας «Γένοβα» θα παλεύαμε για τα χριστιανικά δόγματα, θα εκσφενδονίζαμε καρότα και σάπιες τομάτες, διαμαρτυρόμενοι επί της ουσίας (δίχως να το ξέρουμε) για τους νέους δρόμους του εμπορίου. Σήμερα, οι διαμαρτυρίες στη Γένοβα γίνονται εναντίον ενός απρόσωπου «εχθρού».

Εχουν γραφτεί και αναλυθεί όλα αυτά και ίσως είναι κουραστικό αν όχι συμβατικό να επαναληφθούν. Νιώθει όμως κανείς ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τείχη. Ισως η πτώση του Τείχους του Βερολίνου να απογοήτευσε κάποιους που νιώθουν ασφαλείς να ζουν σε λαβύρινθους δίχως έξοδο παρά να πλέουν σε ωκεανούς. Στον λαβύρινθο, οι κατάρες πέφτουν πάντα στον σχεδιαστή αυτού του «βασανιστηρίου», στον ωκεανό καταριέται κανείς τον Θεό και την καταιγίδα.

Ο νέος τύπος ανθρώπου που αναδεικνύεται στην εποχή μας έχει πολλά και δύσκολα καθήκοντα απέναντι στον εαυτό του. Πρέπει να μορφωθεί πιο πολύ από τους προγόνους του και να υποστηρίξει την ατομικότητά του σε ένα τυποποιημένο σύστημα. Kαθόλου εύκολο. Η διάσταση της εικόνας που έχει κανείς για τον εαυτό του, γιγαντιαία και μικροσκοπική ταυτόχρονα κι ανάλογα την οπτική, είναι καθοριστική για την προσωπική ανάπτυξη. Αν η παγκοσμιοποίηση έφερε ένα καλό (και σίγουρα έφερε πολλά καλά ανάμεσα σε άλλα λιγότερο καλά) είναι η δυνατότητα να είσαι ο εαυτός σου. Χρειάζεται όμως σθένος και ψυχικό απόθεμα να αντέξεις το ίδιο σου το βάρος. Εύκολο να κρυφτείς πίσω από τη σημαία τής «συλλογικότητας». Οταν φυσήξει όμως, αποκαλύπτεται το πρόσωπό σου στον ουρανό.

"Καθημερινή", 21 Ιουλίου 2001