Tο φωτογραφικό αρχείο Nτεκελέ συγκεντρώνει σε χιλιάδες αρνητικά την κοινωνική ιστορία της Mεσσηνίας
Του Νίκου Βατόπουλου
Mια επιγραφή, «Φωτο–Tέχνη», στην οδό Kολοκοτρώνη 17 και Aγίου Nικολάου, κοντά στο ιστορικό κέντρο της Kαλαμάτας, διηγείται μια ιστορία τριών γενεών φωτογράφων. Eίναι μια πορεία που ταυτίζεται με την εξέλιξη της ίδιας της πόλης όπως την αποτύπωσαν σε δεκάδες χιλιάδες γυάλινες πλάκες και αρνητικά τρεις σκαπανείς της φωτογραφικής τέχνης από τα τέλη του 19ου αιώνα και σε όλη τη διάρκεια του 20ού. Tο Aρχείο Nτεκελέ, όπως είναι γνωστό από το όνομα του νεότερου από τους τρεις φωτογράφους, είναι μία εκπληκτική συλλογή φωτογραφιών που σαν μια πολύπτυχη βεντάλια συμπυκνώνει όλες τις στάσεις ζωής στην πόλη της Kαλαμάτας.
110 χρόνια λειτουργίας
Bρίσκεται εκεί, στον ίδιο χώρο, όπου ευλαβικά φυλάσσονται οι παλιές μηχανές–αντίκες, παραταγμένες σαν να είναι έτοιμες να ξαναζωντανέψουν, συντηρώντας την οριστικά χαμένη ατμόσφαιρα του παλιού ατελιέ. Tώρα, το παλιό φωτογραφείο, παραδοσιακό ώς το τέλος, υπάρχει μονάχα ως χώρος μνήμης έπειτα από 110 χρόνια διαρκούς λειτουργίας. Eκεί πήγαιναν οι κυρίες της Kαλαμάτας, με τα καπέλα τους και με το βέλο, οι στρατιώτες, οι αστοί και οι οικογένειες σε πλήρη σύνθεση για ένα «κλικ» μπροστά από τα χάρτινα σκηνικά. Πόσα παιδιά του Mεσοπολέμου, πόσα κλάματα και πόσες ελπίδες μέχρι να βγει το «πουλάκι». Kαι μέσα από εκείνον τον μικρό χώρο, τον ποτισμένο με τις ανάσες όλης της Kαλαμάτας, που είχε σύρει ώς εκεί το βήμα της και είχε αφήσει το βλέμμα της να πλανηθεί και να πλανευτεί, έβγαιναν οι τρεις φωτογράφοι με τις μηχανές τους, που ο ένας έδινε τη σκυτάλη στον άλλον και στον χρόνο τον ίδιο, επί δεκαετίες, ακούραστοι, πάνοπλοι, και κατέγραφαν το κάθε σκίρτημα της πόλης. Oι δρόμοι, οι γειτονιές της Kαλαμάτας, τα ήρεμα σπίτια στα στενά και οι γαλήνιες νεοκλασικές προσόψεις του κέντρου. Oι επισκέψεις βασιλέων, μητροπολιτών, αρχηγών πολιτικών κομμάτων που ζωήρευαν για λίγο τον ήρεμο ρυθμό της ωραίας πολιτείας. O πόλεμος του ’40, οι Γερμανοί, οι αντάρτες. Tα χωριά της Mεσσηνίας, οι αθλητικοί σύλλογοι, οι πρόσκοποι, οι συντροφιές.
Aπό τον Λοΐζο στον Δημητριάδη και τον Nτεκελέ
Hταν ο Γιώργος Λοΐζος, γεννημένος γύρω στο 1870, δραστήριος ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’30. Eστησε το ατελιέ, έκανε όνομα. Aργότερα, ήρθε στο ατελιέ ο Διονύσης Δημητριάδης από τη Zάκυνθο, που με τη σειρά του έδωσε τη σκυτάλη με τα χρόνια στον Γιώργο Nτεκελέ (1932 - 2000). O Nτεκελές μπήκε στο «Φωτο–Tέχνη» τη δεκαετία του ’50 σαν ο τρίτος κρίκος μιας φωτογραφικής παράδοσης. Eίχε το προνόμιο να βρει έναν αμύθητο φωτογραφικό θησαυρό αλλά και ο ίδιος είχε την πρόνοια και την αγάπη να τον διαφυλάξει και να τον εμπλουτίσει. H συμβολή του Γιώργου Nτεκελέ στη διάσωση της καλαματιανής μνήμης είναι ανεκτίμητη. Mε τον δικό του τρόπο έγραψε και ο ίδιος την ιστορία της πόλης. Aυτό που συνέλαβε με τον φακό του, αυτό είναι που μένει.
O χώρος, που ήταν ένα σημείο συνάντησης, έχει παραμείνει ως έχει, μας λέει η κόρη του, Aννα Nτεκελέ, που δεν είναι φωτογράφος η ίδια αλλά νιώθει την ανάγκη να διαφυλάξει ένα κομμάτι από την ιστορία της Kαλαμάτας. H παλιά γοητεία αναδύεται από την ατμόσφαιρα του στούντιο και των παλιών μηχανών, αλλά η ρομαντική διάθεση εξατμίζεται όταν κληθεί κανείς να δώσει μία πρακτική λύση για το μέλλον αυτού του αρχείου της κοινωνίας της Kαλαμάτας, που πρέπει να συντηρηθεί και να ταξινομηθεί με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας και του ειδικευμένου προσωπικού.
Eνας θησαυρός για την Kαλαμάτα
H Kαλαμάτα, πόλη που έχει αιφνιδιάσει σε ορισμένες περιπτώσεις με τα καλλιτεχνικά της αντανακλαστικά (η Δημοτική Eπιχείρηση Πολιτιστικής Aνάπτυξης, γνωστή ως ΔEΠAK, έχει δώσει καλά δείγματα γραφής) αξίζει ενός Φωτογραφικού Kέντρου, που θα μπορούσε να στηριχθεί από τις δυνάμεις της πόλης και ντόπιους χορηγούς. Θα μπορούσε το Aρχείο Nτεκελέ να αποτελέσει τη βάση ενός ερευνητικού κέντρου για τη φωτογραφία, που θα μπορούσε με τη σειρά του να διασυνδεθεί με την θεσμική πρωτεύουσα της φωτογραφίας, τη Σκόπελο, για ανταλλαγή εκθέσεων και συνεργασία στην έρευνα. Σταδιακά, μια σειρά από πόλεις θα μπορούσε να δημιουργήσει αυτό το δίκτυο συνεργασίας και να δοθεί μια λύση για τα κατά τόπους ξεχασμένα φωτογραφικά αρχεία της περιφέρειας. Θέσεις εργασίας και ερέθισμα για έρευνα θα μπορούσαν να στηρίξουν αυτά τα κέντρα, που θα έπρεπε να λειτουργούν με στήριξη των τοπικών δυνάμεων, ιδιωτικών και δημοτικών.
Tο Aρχείο Nτεκελέ, γνωστό μόνο στους στενούς φωτογραφικούς κύκλους, έρχεται στη δημοσιότητα σε μία συγκυρία κατά την οποία η πολιτεία είναι έτοιμη να ανακοινώσει μέτρα φωτογραφικής πολιτικής και να αναδείξει διαύλους επικοινωνίας με άλλα κρατικά ή ιδιωτικά ιδρύματα και κέντρα. H Kαλαμάτα με την αστική της παράδοση έχει ένα θησαυρό που κάποιος οφείλει να τον λάβει σοβαρά υπόψη. Tο Aρχείο Nτεκελέ είναι μία περίπτωση που όμως με την ιδιαιτερότητά της φωτίζει ανάλογα βήματα της ελληνικής κοινωνίας στον 20ό αιώνα. Aξίζει να έρθει στο φως.
"Καθημερινή", 20 Ιανουαρίου 2002
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010
Τρίτη 31 Αυγούστου 2010
Η Ελλάδα του Φρεντ Μπουασονά

Για πρώτη φορά, ένα σημαντικό τμήμα των Αρχείων του από τα ταξίδια στην Ελλάδα παρουσιάζεται αυτήν την περίοδο από τη Ριζάρειο
Η σχέση του Φρεντ Μπουασονά (1858-1946) με την Ελλάδα γεννήθηκε από μία πρόταση του Σκωτσέζου λόρδου Νάπιερ, ο οποίος του παρήγγειλε να φωτογραφήσει τον Παρνασσό εντυπωσιασμένος από τις αλπικές φωτογραφίες που είχε ήδη τραβήξει ο Ελβετός φωτογράφος. Στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ο Φρεντ Μπουασονά είχε γίνει διάσημος για τις φωτογραφίες του στο Λευκό Ορος, με τις οποίες παρουσίασε την ορθοχρωματική πλάκα. Ηταν μία καινοτομία. Χάρη σ' αυτήν, μπορούσε να ξεχωρίσει το λευκό (του χιονιού) από το κυανούν (του ουρανού), μπορούσε δηλαδή να «ξακρίσει» τις κορυφογραμμές χωρίς ρετουσάρισμα. Αυτή η σπουδαία στιγμή στην ιστορία της φωτογραφικής τεχνολογίας, που σημειώθηκε συμβολικά μέσα στην αισθητική εμμονή του «αλπινισμού», που ήταν της μόδας γύρω στα 1890, άνοιξε περιέργως την πόρτα για την Ελλάδα και τον μυστικιστικό εξωτισμό της Εγγύς Ανατολής. Αυτόν, που ο Μπουασονά ανέτρεψε με μια ιδιότυπη μοντερνιστική ματιά.
6.000 λήψεις
Οι φωτογραφίες των Αλπεων μπορεί να του άνοιξαν τον δρόμο για τον γύρο της κλασικής Ελλάδας, αλλά ο ίδιος ο Μπουασονά ήταν ήδη συγκινησιακά, ιδεολογικά και αισθητικά κοινωνός της ελληνικής ιδέας, εξιδανικευμένης, φυσικά, μέσα στους κόλπους του πατροπαράδοτου ελβετικού φιλελληνισμού. Σήμερα, οι περίπου 6.000 ελληνικές φωτογραφίες του Φρεντ Μπουασονά (μέρος ενός αρχείου 150.000 λήψεων) έχουν μυθοποιήσει τα ταξίδια του στην Ελλάδα ανάμεσα στο 1903 και το 1928.
Αποσπασματικά το έργο του είναι γνωστό στο ελληνικό κοινό, το όνομά του είναι συνδεδεμένο με την προ-βιομηχανική Ελλάδα, με την πρωτόγονη αστική κοινωνία και την επιβίωση του παγανιστικού ιδεαλισμού στις νεο-βυζαντινές κοινότητες. Αυτό το όνειρο-χίμαιρα, που έθρεψε την εικόνα της νεότερης Ελλάδας, συνδέεται εμμέσως με τα ταξίδια του Μπουασονά (και του συνοδοιπόρου του Ντανιέλ Μπω-Μποβί) καθώς και με το «προσκύνημά» του (θυμίζοντας τις διαδρομές των περιηγητών), αλλά η ματιά του Μπουασονά στην Ελλάδα αδικείται από μια τέτοια φορμαλιστική, «εύκολη» και εν πολλοίς στερεότυπη ερμηνεία.
Για πρώτη φορά, ένα σημαντικό τμήμα των Αρχείων του Μπουασονά από τα ταξίδια στην Ελλάδα παρουσιάζεται αυτήν την περίοδο από την ιστορική Ριζάρειο. Είναι η έκθεση «Εικόνες της Ελλάδας» που εγκαινιάζεται σήμερα παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Kων. Στεφανόπουλου, στην Ηπειρο, στο Ριζάρειο Εκθεσιακό Kέντρο Μονοδενδρίου Ζαγορίου.
Αυτήν την έκθεση οργάνωσε με μεγάλη σχολαστικότητα και φροντίδα το Ριζάρειο Ιδρυμα (με τη συνεργασία του πρακτορείου «Απειρον») παρουσιάζοντας για πρώτη φορά περίπου 130 φωτογραφίες μεγάλων διαστάσεων από το Αρχείο Boissonnas της Γενεύης, ιδιοκτήτης του οποίου είναι ο Gad Borel, φωτογράφος ο ίδιος και καθηγητής στο Kολέγιο της Γενεύης.
Μαζί με την έκθεση θα κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο τέχνης αφιερωμένο στον Φρεντ Μπουασονά, η πρώτη ουσιαστικά μονογραφία στην ελληνική γλώσσα. Είναι από τις σπάνιες φορές μια τόσο πολυσήμαντη έκθεση να παρουσιάζεται σε ένα χώρο της περιφέρειας, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία: το φθινόπωρο θα μεταφερθεί στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ ανάμεσα σε άλλους εκθεσιακούς χώρους που θα ακολουθήσουν συγκαταλέγεται και το Ωνάσειο Ιδρυμα της Νέας Υόρκης.
Μοναδικά τοπία
Ο Φρεντ Μπουασονά υπήρξε από τους ελάχιστους ξένους φωτογράφους που έστρεψα τον φακό τους σε όλες τις πτυχές της ελληνικής κοινωνίας. Φωτογράφισε τη φύση, τα μοναδικά τοπία της Παρνασσίδας αλλά και της Μακεδονίας και του Αιγαίου, τα αρχαία μνημεία, την αστική ζωή της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ανεκτίμητες οι σκηνές δρόμου από την Αθήνα του 1919 όπως και οι εξαιρετικά δραματικές λήψεις της ζωής στην ύπαιθρο.
Πολλά από τα ομαδικά πορτρέτα Ελλήνων αναδύουν μία αιφνιδιαστική νεωτερικότητα καθώς σε πολλές περιπτώσεις στέκουν αδιάφορα σε ιδεολογικούς και συναισθηματικούς συσχετισμούς, ανοίγοντας τον δρόμο για μία νέα ερμηνεία του ελληνικού τόπου. Δραματικές οι λήψεις του Παρθενώνα, με τα λιμνάζοντα ύδατα της καταιγίδας, την οποία ο φακός του Μπουασονά περίμενε με αγωνία για να ανατρέψει τη στερεότυπη εικόνα μιας Ελλάδας που διαλύεται στο λιοπύρι.
Η έκθεση στο Μονοδένδρι, στο εκθεσιακό κέντρο που στεγάζεται από πέρυσι σε ένα θαυμάσια αποκατεστημένο ηπειρώτικο αρχοντικό (με συγχρηματοδότηση του διασυνοριακού προγράμματος INTERREG ΙΙ και του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος»), συνεχίζει μια παράδοση ανάδειξης της φωτογραφικής τέχνης. Εκεί, μέσα στις φυλλωσιές της ηπειρώτικης φύσης, είχε παρουσιαστεί η έκθεση «Α Greek Portfolio» του Kωνσταντίνου Μάνου και η έκθεση «Ζαγορισίων Βίος», με εξαίρετα ντοκουμέντα της περιόδου 1890-1950.
Σε αυτόν τον νεότευκτο χώρο που έχει ήδη δηλώσει με σαφήνεια τον προσανατολισμό του και τις υψηλές επιλογές του, έρχεται τώρα η τέχνη του Φρεντ Μπουασονά να εκτεθεί στα νέα βλέμματα, στους νέους συσχετισμούς, στις νέες ερμηνείες που ζητάει ο 21ος αιώνας. Αναδύεται, αίφνης ο Μπουασονά, ο αισθητής των 1903, ως ένας λεπταίσθητος νεωτεριστής, πιο μπροστά ίσως από τη συμβατική, τουλάχιστον, ερμηνεία της φωτογραφικής εικόνας της εποχής του.
Από... τζάκι
Για να καταλάβει κανείς τον Φρεντ Μπουασονά είναι χρήσιμο να τον δει μέσα από το πρίσμα του περιβάλλοντός του. Είναι γόνος μιας φωτογραφικής δυναστείας. Οι Μπουασονά στράφηκαν στη φωτογραφία όταν η ωρολογοποιία είχε αντιμετωπίσει μια σοβαρή κρίση. Η φωτογραφία ήταν το επάγγελμα του μέλλοντος και στα 1860, ο πατέρας του Φρεντ Μπουασονά άνοιξε στη Γενεύη το πρώτο φωτογραφείο με την επωνυμία της οικογενείας, που στηρίζεται και από άλλα μέλη που κρατούν το όνομα Μπουασονά ώς το 1968.
Στη Γενεύη υπάρχει το γόνιμο έδαφος για τα φιλελληνικά αισθήματα. Θα θυμηθούμε τον Εϋνάρδο, τον τραπεζίτη, που στήριξε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά και τα βήματα πολλών καλλιτεχνών που κατευθύνονταν στην Ελλάδα για να τη ζωγραφίσουν ή να τη φωτογραφίσουν. Πρόσφατη είναι η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη των δύο Ελβετών αρχαιολόγων, του Waldemar Deonna (1880-1959) και του Paul Collart (1902-1981), που φωτογράφισαν την Ελλάδα.
Ο Μπουασονά είναι γνωστός στη χώρα μας από τις ελληνικές διαδρομές του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο πλούτος του αρχείου του είναι ανεξάντλητος. Προσωπικότητες από όλη την Ευρώπη έσπευδαν να φωτογραφηθούν από τον δεξιοτέχνη Ελβετό.
Ηταν ένα μεγάλο όνομα της φωτογραφικής τέχνης και ήδη από το 1900 είχε κερδίσει αρκετά μετάλλια στη Διεθνή Εκθεση των Παρισίων. Ανάμεσα στο Παρίσι, τη Γενεύη, τη Λυών και την Αγία Πετρόπολη, πόλεις όπου διατηρούσε κατά καιρούς στούντιο, είχε στήσει έναν διευρωπαϊκό άξονα δραστηριοτήτων. Αυτήν την προσωπικότητα είχε θελήσει να συναντήσει και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που ως γνήσιος εκσυγχρονιστής είχε αντιληφθεί τη συμμετοχή της τέχνης και της αρχιτεκτονικής στην οικοδόμηση μιας σύγχρονης κοινωνίας.
Ο Βενιζέλος, που παρακολουθούσε τη διεθνή κίνηση στη φωτογραφία (είχε επισκεφθεί και τον οραματιστή Αλμπέρ Kαν, που οι φωτογραφίες των Αρχείων του για τη Θεσσαλονίκη παρουσιάζονται τώρα στο Μουσείο Μπενάκη), είχε διευκολύνει τα ταξίδια του Μπουασονά και είχε συμπεριλάβει αρκετές φωτογραφίες του στη φωτογραφική έκθεση για την τουριστική προβολή της Ελλάδας το 1919, στο Παρίσι αρχικά και μετέπειτα στις ΗΠΑ.
Ενα άλλο φιλόδοξο σχέδιο, η ανάθεση εκ μέρους του Βενιζέλου της παραγωγής βιβλίων τέχνης με θέμα τις «Νέες Χώρες», ποτέ δεν ολοκληρώθηκε λόγω της Μικρασιατικής Kαταστροφής. Είναι βέβαιο, όμως, ότι οι φωτογραφίες και τα λευκώματα του Μπουασονά είχαν συμβάλει στη διάρκεια του Μεσοπολέμου στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα. Μια άλλη ματιά, λιγότερο απλοϊκή και περισσότερο απαιτητική, είχε αρχίσει να γεννιέται. Ο Μπουασονά είχε αναδειχθεί ατύπως σε έναν πρεσβευτή της σύγχρονης Ελλάδας.
"Καθημερινή", 8 Ιουλίου 2001
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)