Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Ο χρυσός ως «άνθραξ»


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
08-07-10


Του Νίκου Bατόπουλου

Περιθώρια για ανοχή των αποτυχημένων πρακτικών του παρελθόντος δεν υπάρχουν. Η Αθήνα έχει την τύχη να διαθέτει ένα από τα ωραιότερα αμφιθέατρα του κόσμου, το Ηρώδειο, και όσοι καλλιτέχνες έχουν εμφανιστεί στη σκηνή του αντικρίζοντας τον φωταγωγημένο Παρθενώνα μιλούν για μοναδική εμπειρία. Εχουμε στα χέρια «χρυσάφι», αλλά δεν έχουμε πείσει ότι γνωρίζουμε τον τρόπο να συνδέσουμε αυτόν τον πλούτο με τη σύγχρονη ζωή και το διεθνές περιβάλλον.

Το Ηρώδειο δεν μπορεί ούτε ξέφραγο αμπέλι να είναι ούτε να προσδιορίζει την ταυτότητά του από τις επιλογές και το γούστο των μελών του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Η Ελλάδα έχει υποχρέωση να κρατήσει το Ηρώδειο ως ένα θέατρο υψηλών προδιαγραφών και να το διαφημίζει ως ένα τόπο όπου το διεθνές κοινό μπορεί να δει και να ακούσει τους «τοπ» καλλιτέχνες του κόσμου, με λάμψη και μαγεία, σε ένα μοναδικό περιβάλλον. Για να το επιτύχει κανείς αυτό (και να βοηθήσει και την Αθήνα να αποκτήσει λίγο γκλάμορ και λίγα χρήμα παραπάνω) πρέπει να έχει ένα ευέλικτο σχήμα διοίκησης και η χρήση του θεάτρου να προσαρμοστεί στα περιθώρια αντοχής του που θα ορίσουν οι αρχαιολόγοι.

Αλλά, για να γίνει το Ηρώδειο ταυτόσημο της υψηλής τέχνης, πρέπει πρώτα η ίδια η Ελλάδα να το θέλει και να δείξει ότι μπορεί να το επιτύχει με σοβαρότητα και χωρίς συμπλέγματα. Θέατρα για «όλους» χωρίς χαρακτήρα, έχουμε πολλά. Ηρώδειο, έχουμε ένα. Και μάλιστα στα πόδια της Ακρόπολης στην καρδιά της πρωτεύουσάς μας. Για μια πόλη, τόσο προβληματική και τόσο εχθρική στους επισκέπτες της, όπως η Αθήνα, η ύπαρξη ενός τέτοιου «δώρου» θα έπρεπε να θεωρείται ευλογία.

Το Ηρώδειο έχει τις προδιαγραφές να φέρει στην Αθήνα αυτούς που θέλουμε, αλλά δεν το λέμε καθαρά. Θέλουμε τους καλύτερους καλλιτέχνες της όπερας, του easy listening, του θεάτρου, και κοινό που θα ξοδέψει για να συνδυάσει άρτον και θεάματα στην Αθήνα και τα νησιά. Αλλά για να γίνει αυτό δεν μπορεί να εμπλέκεται ο γηραλέος μηχανισμός ούτε να στήνονται προγράμματα στο πόδι. Τα πράγματα είναι απλά. Αλλά η απλότητα προϋποθέτει ευφυΐα.

Αθηναϊκή παρακμή

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-06-10

Tου Νίκου Βατόπουλου

Αυτό που βλέπουν όλοι οι πολίτες (αλλά όχι οι αρμόδιοι υπουργοί) κατονόμασε ο βουλευτής κ. Κώστας Καρτάλης, ως πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος. Οτι η πλατεία Μοναστηρακίου είναι μία οικτρή αποτυχία, ακριβοπληρωμένη, μεγέθυνση της αβελτηρίας του κράτους αλλά και της κοινωνικής ασυδοσίας.

Ο κ. Καρτάλης εμμέσως πλην σαφώς κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Η Αθήνα αντί να παραδώσει στο κοινό μία πρώτης ποιότητας πλατεία στην καρδιά της ιστορικής πόλης, δημιούργησε μία δεύτερη (αποκρουστική) Ομόνοια. Είναι η αλήθεια. Ας έρθει ένας από τους αρμόδιους υπουργούς να περπατήσει στο Μοναστηράκι και θα περιμένουμε τις κρίσεις του. Είναι σαφές ότι διαχειρίζονται κομμάτια της πόλης που γνωρίζουν μόνο στα χαρτιά.

Σε μία άλλη χώρα, κανένας υπουργός δεν θα είχε πρόσωπο να εμφανιστεί αν μία ιστορική πλατεία μέσα σε ελάχιστους μήνες από την παράδοσή της (και αφού είχε μείνει γιαπί επί μία δεκαετία) είχε φθάσει σε αυτό το επίπεδο απαξίωσης και ακαλαισθησίας. Δεν είναι μόνο που η πλατεία Μοναστηρακίου έχει μερικά από τα αθλιέστερα κτίρια (μεταξύ Ηφαίστου και Ερμού) που θα έπρεπε να είχαν απαλλοτριωθεί «όταν είχαμε λεφτά», είναι που αναπαράγει το κλίμα καθημερινότητας που απεχθάνεται ο μέσος πολίτης. Ρυπαρότητα και παράνομο εμπόριο. Στην καρδιά της τουριστικής Αθήνας καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να απομακρύνει τις παράγκες από τη βάση του Τζαμιού, που είναι μουσείο. Εχει δει κανένας υπουργός κανένα μουσείο σε καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, που θέλει να είναι και τουριστική, να διατηρεί καταστήματα-παράγκες στο ισόγειο ενός μνημείου επειδή φοβάται η κάθε κυβέρνηση μήπως χάσει 100 - 200 ψήφους;

Και να ήταν μόνο αυτό. Ολη η Αθήνα είναι στο έλεος των μικροπωλητών και το κακό είναι ότι συνηθίσαμε να βλέπουμε αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση με φόντο ακόμη και την Ακρόπολη. Και λίγα είπε χθες ο κ. Κ. Καρτάλης. Οι ευθύνες είναι πολύ μεγαλύτερες. Και την παρακμή της Αθήνας θα την πληρώσουν όσοι την οδηγούν στην καταστροφή και στην εξαφάνισή της από τον τουριστικό χάρτη της Ευρώπης. Ακόμη και η Αδριανού και η Αποστόλου Παύλου (που ακριβοπληρώσαμε) έχουν παρασυρθεί προς τα κάτω. Μήπως ζούμε σε άλλη πόλη εμείς και σε άλλη οι υπουργοί;

Κράτος και ιδιώτες στην Αθήνα



Tου Νικου Βατοπουλου


Για να επενδύσει κανείς σήμερα στην Αθήνα, να αγοράσει, π.χ., ένα ακίνητο και να το επισκευάσει, να ανοίξει μια επιχείρηση, κατάστημα, ξενοδοχείο, πρέπει να πιστέψει σε ένα μέλλον. Οι ατέρμονες συζητήσεις που γίνονται για τη διάσωση του κέντρου της Αθήνας και των αστικών συνοικιών της, με τα συναρμόδια υπουργεία και τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, «ευελπιστούν» να έχουν μια πρακτική αξία. Προς το παρόν είναι όλα ευχολόγια.

Ζητούν και πολύ σωστά ιδιωτικές επενδύσεις στο κέντρο της Αθήνας. Είναι πλήθος τα αναξιοποίητα κτίρια, τα ερειπωμένα διατηρητέα, τα κλειστά διαμερίσματα, τα καταστήματα που έβαλαν λουκέτο, τα ξενοδοχεία που κάνουν διαρκώς προσφορές. Αλλά οι ιδιώτες είχαν πιστέψει και μάλιστα με ενθουσιασμό στην αναγέννηση της Αθήνας μετά το 1997 όταν η πόλη έμπαινε σε ολυμπιακή τροχιά. Είχαν γίνει πάρα πολλές ιδιωτικές επενδύσεις, ιδίως στον τουριστικό κλάδο. Κανείς δεν στήριξε αυτούς τους «ιδιώτες», που έχει τόσο ανάγκη κάθε κοινωνία και οικονομία, ώστε να προστατεύσουν την επένδυσή τους και να την επεκτείνουν. Το αντίθετο. Οσοι, δε, είχαν την ρομαντική ελπίδα ότι η Ομόνοια θα «άλλαζε» επένδυσαν σε ξενοδοχειακές μονάδες, προσέλαβαν προσωπικό, προσπάθησαν να βοηθήσουν την Αθήνα. Τώρα δεν είναι σε θέση να κρατήσουν τον ίδιο αριθμό εργαζομένων και ρίχνουν την ποιότητα. Η πολιτεία επέτρεψε να δημιουργηθούν τέτοιες απαράδεκτες συνθήκες, ώστε όλες αυτές οι ιδιωτικές επενδύσεις (κυρίως της τριετίας 2001-2004) να πάνε στράφι. Ερχονται οι τουρίστες και δεν πιστεύουν στα μάτια τους. Πώς να κρατήσεις ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων στην Ομόνοια; Είναι μαύρο ανέκδοτο.

Η πρόσκληση στους ιδιώτες, που ακούστηκε ως λύση και σανίδα σωτηρίας για να μην «χάσουμε» εντελώς την Αθήνα, είναι σωστή ως αρχή, αλλά για να προχωρήσει πρέπει να γίνουν άμεσα και πρακτικά βήματα. Ετσι, όπως είναι η κατάσταση με την ανικανότητα των αρμοδίων αρχών και τις τεράστιες ευθύνες τους (για την οικονομική καταστροφή που έχει συμβεί στο κέντρο της πρωτεύουσας) δεν μπορεί να προσελκυσθούν επενδύσεις. Τα καταστήματα υποφέρουν από τις πορείες, τα ξενοδοχεία από την εξαθλίωση της πόλης. Να δούμε πρώτα έργα. Φτάνει πια με την περιγραφή του προβλήματος. Αυτό όλοι το γνωρίζουμε. Εργα δεν βλέπουμε.

"Καθημερινή", 28 Αυγούστου 2010

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Στο χείλος της Ευρώπης


Η προοπτική που διανοίγεται για τα Μεσόγεια ως το νέο κέντρο οικοδομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας της Αττικής είναι άμεση και όπως φαίνεται οριστική. Την περασμένη, μόλις, Kυριακή, καθ' οδόν προς τη Βραυρώνα (από τους ωραιότερους αρχαιολογικούς χώρους - ανάμεσα και αυτός σε... σκουπίδια), η εντύπωση που έδιναν οι κάμποι των Μεσογείων, μέσα στον θολό ορίζοντα, ήταν αυτή της αναμονής.

Η στροφή ολόκληρης της περιοχής γύρω από τα Σπάτα και την Παλλήνη προς μία περισσότερο αστικοποιημένη εκδοχή των καθημερινών συναλλαγών είναι έκδηλη. Kαταστήματα τραπεζών, ογκώδεις πολυκατοικίες, νέοι δρόμοι και παρακάμψεις, κεραμοσκεπείς επαύλεις συνθέτουν μια εικόνα αναβρασμού. Παρά την προοπτική της οικονομικής ευημερίας, τα Μεσόγεια του 2001 είναι μία περιοχή που παίρνει μηδέν στο μάθημα της αισθητικής σαν να πρόκειται για ένα δευτερεύον μέλημα.

Η κεντρική εμπορική οδός της Παλλήνης, π.χ, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο βάρβαρες της Αττικής. Οι επιγραφές των καταστημάτων είναι τόσο πυκνές και επιθετικές, ώστε όχι μόνο καλύπτουν τις προσόψεις σε μεγάλο βαθμό αλλά καταλύουν τον στοιχειώδη διαχωρισμό λειτουργιών, ανάμεσα στο οδόστρωμα, το πεζοδρόμιο και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Αυτός ο ευτελισμός του περιβάλλοντος (που ενδέχεται για ορισμένους να είναι συνώνυμος της ευρωστίας των ιδιωτών) εκφράζεται συμβολικά από ένα συγκεκριμένο κτίριο. Νεόδμητο και πολυώροφο είναι κατά τη γνώμη μου ένα αξιοθέατο της Παλλήνης. Αξίζει να το δείτε. Βρίσκεται επί του κεντρικού δρόμου. Είναι «νεοκλασικό», με αισθητική λοταρίας σε λούνα παρκ, και στη «στέψη» φέρει δύο «αρχαιοελληνικά» αγάλματα. Είναι το έμβλημα της «Ελλάδας» που με αυθάδεια κερδίζει έδαφος και αποκλίνει από την Ευρώπη.

Ολόγυρα από τους οικισμούς των Μεσογείων (που χωρίς εξαίρεση είναι όλοι αισθητικά εκβαρβαρισμένοι) η φύση αγκομαχά. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι πολλοί από τους αμπελώνες και τους ελαιώνες θα οικοδομηθούν στο άμεσο μέλλον αλλά η εντύπωση που κυριαρχεί είναι αυτή της κουρασμένης γης. Είναι έκδηλη η απουσία σχεδιασμού στη δενδροφύτευση και στην προστασία της χλωρίδας. Ακόμη και γύρω από το αεροδρόμιο βλέπει κανείς εκτάσεις κακοποιημένες, κατάξερες και λεηλατημένες από επιγραφές άτεχνες και ασεβείς στο περιβάλλον. Το «2004» προβάλλει ως πανάκεια αλλά ανεξάρτητα από τις έντεχνες παρεμβάσεις της τελευταίας στιγμής είναι φανερό ότι η ουσιαστική αγάπη προς τη φύση (και την Αττική) δεν έχει ιεραρχηθεί. Η φύση των Μεσογείων βρίσκεται σε πολύ κακή στιγμή. Αναμένουμε να δούμε εμπράκτως την προστασία και την ανάδειξή της. Εκεί θα κριθούμε.

"Καθημερινή", 10 Ιουλίου 2001

Τα κτίρια της νέας οικονομίας


Η αρχιτεκτονική μορφή του αθηναϊκού κέντρου μοιάζει να παγιώθηκε τη δεκαετία του '70 όταν ολοκληρώθηκε η ανοικοδόμησή του, αλλά και σήμερα, 25 χρόνια μετά, η Αθήνα εξακολουθεί και θυμίζει εργοτάξιο. Δεν βλέπει βέβαια κανείς τα ατέλειωτα γιαπιά του '60, δεν βλέπει βουνά από ασβέστη σε κεντρικά πεζοδρόμια, ούτε κουρελιασμένες λινάτσες να κυματίζουν σαν τρύπια λάβαρα. Σήμερα, η έννοια του εργοταξίου είναι περισσότερο εσωστρεφής, αφού αφορά παρεμβάσεις στο εσωτερικό των κτιρίων. Τα καταστήματα, οι τράπεζες και τα γραφεία που εξαπλώνονται με ταχύτατους ρυθμούς πίσω από συχνά γερασμένες προσόψεις απηχούν την ιδιότυπη εκδοχή του σύγχρονου αθηναϊκού νεωτερισμού. Ο άνεμος της αλλαγής, που μας κάνει συχνά να βλέπουμε με άλλα μάτια μια πόλη, στην Αθήνα μοιάζει περισσότερο με άνεμο ανανέωσης και όχι δημιουργίας. Εκφράζει όμως την ανάγκη της νέας οικονομίας να διεκδικήσει χώρο μέσα στον οικείο, παρωχημένο, για πολλούς, ιστό της πρωτεύουσας.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η αθηναϊκή εκδοχή της παγκοσμιοποίησης στο αστικό τοπίο της Αθήνας είναι ένα δίκτυο υπηρεσιών που απλώνεται στη φυσική και εικονική πραγματικότητα. Οσο πιο πυκνό γίνεται το αόρατο και ορατό αυτό δίκτυο της παγκοσμιοποιημένης Αθήνας, τόσο πιο αχανής γίνεται η πόλη. Kαι όσο πιο αχανής γίνεται η Αθήνα, τόσο πιο μικρές είναι οι «αποστάσεις», αφού η πυκνότητα και ο όγκος των επαφών στη σύγχρονη μητρόπολη διεκδικούν αδιάκοπα χώρο με στόχο τη «σμίκρυνσή» του. Αυτά τα οξύμωρα σχήματα χαρακτηρίζουν τη νέα αθηναϊκή πραγματικότητα, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα την ίδια τη φύση του χώρου. Η ηλεκτρονική επικοινωνία, που διευρύνει τον χώρο σε πλαίσια έξω από τα φυσικά του όρια, αλλάζει ταυτόχρονα και την αντίληψη του χρόνου. Η νέα, δηλαδή, ερμηνεία τόσο του χώρου όσο και του χρόνου στις χιλιάδες καθημερινές επαφές στη μητροπολητική Αθήνα τείνει να αλλάξει και την αρχιτεκτονική έκφραση της πόλης.

Είναι ακόμη νωρίς. Αλλά, ήδη, μπορεί κανείς να διακρίνει την παράλληλη συνύπαρξη δύο αντιλήψεων στην κτιριακή μορφή της πόλης. Υπάρχουν νέα κτίρια ή κτίρια υπό αποπεράτωση που πριν ακόμη γεννηθούν στο φως της πόλης είναι ήδη γερασμένα. Εκφράζουν δηλαδή το παλιό ήθος. Απηχούν το μεταπρατικό, μικροαστικό, τοπικιστικό και θνησιγενές ύφος που σφράγισε τις αθηναϊκές συνοικίες τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι κτίρια που είδαμε στην οδό Ακαδημίας, Ζ. Πηγής, Πανεπιστημίου, για να αναφέρουμε μόνο κεντρικούς δρόμους, και τα οποία διεκπεραιώνουν την αποστολή τους με τρόπο ρηχό και αδιάφορο. Μέσα, όμως, σε εσωτερικά παλιότερων κτιρίων, η νέα Αθήνα της ευέλικτης επικοινωνίας, η νέα Αθήνα που κοιτάει μπροστά, δημιουργεί τα περιβάλλοντα που παραπέμπουν στο αύριο. Η νέα Αθήνα έχει ξεκινήσει στο κέντρο της πόλης μέσα από καταστήματα, εμπορικά ή τραπεζικά, εστιατόρια, γραφεία, να διεκδικεί την παρουσία της. Είναι θέμα χρόνου, η νέα κοινωνία/οικονομία να απαιτήσει να εκπροσωπηθεί αρχιτεκτονικά με προσόψεις μεγάλης προβολής στην ίδια την πόλη. Υπάρχει το νέο μέγαρο που χτίζει η Εθνική Τράπεζα, Αιόλου και Σοφοκλέους. Αυτό το κτίριο, σχεδιασμένο από τις Ρένα Σακελλαρίου και Μόρφω Παπανικολάου, που προχωράει με γοργούς ρυθμούς, δείχνει να ξεχωρίζει γιατί έχει το θάρρος να διαφέρει και δείχνει να έχει επίγνωση του τι αναλαμβάνει να συμβολίσει στον αστικό περίγυρο. Ας πούμε ότι είναι ένα από τα πρώτα κτίρια της Αθήνας του 21ου αιώνα.

Kαι όλες αυτές οι αφανείς ή λιγότερο αφανείς διεργασίες, που αλλάζουν τον τρόπο ζωής μας πιο γρήγορα απ' ό,τι αντιλαμβανόμαστε, συνήθως αργούν να αποκτήσουν υλική υπόσταση. Αργούν δηλαδή να εκπροσωπηθούν αρχιτεκτονικά, γιατί πρέπει προηγουμένως να εκφραστούν ως κοινωνική τάση ευρείας κλίμακας. Για τον λόγο αυτόν, το κέντρο της Αθήνας διατηρώντας τις προσόψεις του παρελθόντος, «παγωμένο» αρχιτεκτονικά γύρω στο 1970-75, μοιάζει να σιγοβράζει εσωτερικά και δείχνει να είναι έτοιμο να αλλάξει σελίδα. Είναι θέμα χρόνου.

"Καθημερινή", 23 Ιουνίου 2001