Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Ο χρυσός ως «άνθραξ»


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
08-07-10


Του Νίκου Bατόπουλου

Περιθώρια για ανοχή των αποτυχημένων πρακτικών του παρελθόντος δεν υπάρχουν. Η Αθήνα έχει την τύχη να διαθέτει ένα από τα ωραιότερα αμφιθέατρα του κόσμου, το Ηρώδειο, και όσοι καλλιτέχνες έχουν εμφανιστεί στη σκηνή του αντικρίζοντας τον φωταγωγημένο Παρθενώνα μιλούν για μοναδική εμπειρία. Εχουμε στα χέρια «χρυσάφι», αλλά δεν έχουμε πείσει ότι γνωρίζουμε τον τρόπο να συνδέσουμε αυτόν τον πλούτο με τη σύγχρονη ζωή και το διεθνές περιβάλλον.

Το Ηρώδειο δεν μπορεί ούτε ξέφραγο αμπέλι να είναι ούτε να προσδιορίζει την ταυτότητά του από τις επιλογές και το γούστο των μελών του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Η Ελλάδα έχει υποχρέωση να κρατήσει το Ηρώδειο ως ένα θέατρο υψηλών προδιαγραφών και να το διαφημίζει ως ένα τόπο όπου το διεθνές κοινό μπορεί να δει και να ακούσει τους «τοπ» καλλιτέχνες του κόσμου, με λάμψη και μαγεία, σε ένα μοναδικό περιβάλλον. Για να το επιτύχει κανείς αυτό (και να βοηθήσει και την Αθήνα να αποκτήσει λίγο γκλάμορ και λίγα χρήμα παραπάνω) πρέπει να έχει ένα ευέλικτο σχήμα διοίκησης και η χρήση του θεάτρου να προσαρμοστεί στα περιθώρια αντοχής του που θα ορίσουν οι αρχαιολόγοι.

Αλλά, για να γίνει το Ηρώδειο ταυτόσημο της υψηλής τέχνης, πρέπει πρώτα η ίδια η Ελλάδα να το θέλει και να δείξει ότι μπορεί να το επιτύχει με σοβαρότητα και χωρίς συμπλέγματα. Θέατρα για «όλους» χωρίς χαρακτήρα, έχουμε πολλά. Ηρώδειο, έχουμε ένα. Και μάλιστα στα πόδια της Ακρόπολης στην καρδιά της πρωτεύουσάς μας. Για μια πόλη, τόσο προβληματική και τόσο εχθρική στους επισκέπτες της, όπως η Αθήνα, η ύπαρξη ενός τέτοιου «δώρου» θα έπρεπε να θεωρείται ευλογία.

Το Ηρώδειο έχει τις προδιαγραφές να φέρει στην Αθήνα αυτούς που θέλουμε, αλλά δεν το λέμε καθαρά. Θέλουμε τους καλύτερους καλλιτέχνες της όπερας, του easy listening, του θεάτρου, και κοινό που θα ξοδέψει για να συνδυάσει άρτον και θεάματα στην Αθήνα και τα νησιά. Αλλά για να γίνει αυτό δεν μπορεί να εμπλέκεται ο γηραλέος μηχανισμός ούτε να στήνονται προγράμματα στο πόδι. Τα πράγματα είναι απλά. Αλλά η απλότητα προϋποθέτει ευφυΐα.

Τουρίστας και πάλι στον τόπο μου

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29-05-10

Tου Nίκου Bατόπουλου


Είχα χρόνια να ανέβω στην Ακρόπολη, όπως χρόνια είχα να επισκεφθώ την Αρχαία Ολυμπία και τον Μυστρά. Σε ένα πνεύμα «επιστροφής στην Ελλάδα», ακολούθησα ορισμένους από τους πιο τουριστικούς δρόμους. Οταν μπει κανείς στον ρόλο του τουρίστα στον τόπο του, τα πράγματα αποκτούν άλλα μεγέθη. Οπως στην Ακρόπολη, όπου με το διόλου ευκαταφρόνητο εισιτήριο των 12 ευρώ (που περιλαμβάνει και άλλους αρχαιολογικούς χώρους), ο επισκέπτης έχει πρώτη επαφή με την παράγκα έκδοσης εισιτηρίων. Μια πρώτη επαφή που κραυγάζει «ελληνικό Δημόσιο» στα χειρότερά του στο υπ’ αριθ. ένα αξιοθέατο της χώρας. Οσο και αν σε αποζημιώνει η επαφή με τα μνημεία της Ακρόπολης, η ανάβαση γίνεται μέσα από ξερόχορτα και μια αίσθηση εγκατάλειψης, παραίτησης και αδιαφορίας. Εκεί, όπου θα έπρεπε να είναι ένας βοτανικός κήπος της Αττικής, είναι η γνωστή ελληνική κατάσταση του βαθέος δημοσίου τομέα. Χαρακτηριστικό της αδιαφορίας, είναι ότι ανάμεσα στα δεντράκια και μέσα στα ξερόχορτα (μόλις λίγα μέτρα από το εκδοτήριο εισιτηρίων) βρήκα ένα πεταμένο πορτοφόλι Αμερικανίδας τουρίστριας, το οποίο εμφανώς βρισκόταν εκεί επί σειρά ημερών.

Πέρα από τους πλανόδιους που πωλούν τα «γιαπωνέζικα» παρασόλια και το πανάκριβο κυλικείο, η θέα της Αθήνας από ψηλά σε προσγειώνει. Ακουσα σχόλιο ότι θυμίζει Μέξικο Σίτι ή Σάο Πάολο ή έστω μια γιγαντωμένη Ραμάλα. Αυτό το μείζον θέμα ουδέποτε απασχόλησε πολιτικές ηγεσίες.

Η επαφή με τα μνημεία μας γίνεται μέσα από την εξωφρενική οπισθοδρομική αντίληψη του δημόσιου τομέα. Στην Επίδαυρο, οι επιγραφές και οι σημάνσεις είναι ενδεικτικές ενός υπανάπτυκτου κράτους. Τα πωλητήρια είναι για τα κλάματα. Παντού. Οι τουαλέτες στο όριο του ανεκτού. Τα κυλικεία απλώς απαράδεκτα. Στην Αρχαία Ολυμπία, δε, το υπαίθριο καφέ θυμίζει σνακ μπαρ της δεκαετίας του ’70 με χειρόγραφο τιμοκατάλογο ανηρτημένο στον τοίχο μόνο στα ελληνικά. Ο τουρίστας έχει απέναντί του πληροφορία ότι διατίθεται «τοστ ανάμεικτο». Είπατε τίποτε;

Η ομορφιά, βέβαια, των τόπων σε κάνει να τα ξεχνάς όλα αυτά, αλλά ως Ελληνας αναρωτιέσαι... Σε όλες τις διαδρομές οι σημάνσεις είναι επιεικώς ανεπαρκείς και δεν είναι περίεργο ότι όταν ρώτησα ξένο φίλο αν θα έκανε μόνος του περιοδεία στην Ελλάδα, μου είπε. «Θα το σκεφτόμουν. Είναι μια χώρα που δεν είναι φιλική στον τουρίστα». Το διαπίστωσα και εγώ γιατί όπου πήγα δεν υπήρχε κοινή λογική.

Αθηναϊκή παρακμή

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-06-10

Tου Νίκου Βατόπουλου

Αυτό που βλέπουν όλοι οι πολίτες (αλλά όχι οι αρμόδιοι υπουργοί) κατονόμασε ο βουλευτής κ. Κώστας Καρτάλης, ως πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος. Οτι η πλατεία Μοναστηρακίου είναι μία οικτρή αποτυχία, ακριβοπληρωμένη, μεγέθυνση της αβελτηρίας του κράτους αλλά και της κοινωνικής ασυδοσίας.

Ο κ. Καρτάλης εμμέσως πλην σαφώς κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Η Αθήνα αντί να παραδώσει στο κοινό μία πρώτης ποιότητας πλατεία στην καρδιά της ιστορικής πόλης, δημιούργησε μία δεύτερη (αποκρουστική) Ομόνοια. Είναι η αλήθεια. Ας έρθει ένας από τους αρμόδιους υπουργούς να περπατήσει στο Μοναστηράκι και θα περιμένουμε τις κρίσεις του. Είναι σαφές ότι διαχειρίζονται κομμάτια της πόλης που γνωρίζουν μόνο στα χαρτιά.

Σε μία άλλη χώρα, κανένας υπουργός δεν θα είχε πρόσωπο να εμφανιστεί αν μία ιστορική πλατεία μέσα σε ελάχιστους μήνες από την παράδοσή της (και αφού είχε μείνει γιαπί επί μία δεκαετία) είχε φθάσει σε αυτό το επίπεδο απαξίωσης και ακαλαισθησίας. Δεν είναι μόνο που η πλατεία Μοναστηρακίου έχει μερικά από τα αθλιέστερα κτίρια (μεταξύ Ηφαίστου και Ερμού) που θα έπρεπε να είχαν απαλλοτριωθεί «όταν είχαμε λεφτά», είναι που αναπαράγει το κλίμα καθημερινότητας που απεχθάνεται ο μέσος πολίτης. Ρυπαρότητα και παράνομο εμπόριο. Στην καρδιά της τουριστικής Αθήνας καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να απομακρύνει τις παράγκες από τη βάση του Τζαμιού, που είναι μουσείο. Εχει δει κανένας υπουργός κανένα μουσείο σε καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, που θέλει να είναι και τουριστική, να διατηρεί καταστήματα-παράγκες στο ισόγειο ενός μνημείου επειδή φοβάται η κάθε κυβέρνηση μήπως χάσει 100 - 200 ψήφους;

Και να ήταν μόνο αυτό. Ολη η Αθήνα είναι στο έλεος των μικροπωλητών και το κακό είναι ότι συνηθίσαμε να βλέπουμε αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση με φόντο ακόμη και την Ακρόπολη. Και λίγα είπε χθες ο κ. Κ. Καρτάλης. Οι ευθύνες είναι πολύ μεγαλύτερες. Και την παρακμή της Αθήνας θα την πληρώσουν όσοι την οδηγούν στην καταστροφή και στην εξαφάνισή της από τον τουριστικό χάρτη της Ευρώπης. Ακόμη και η Αδριανού και η Αποστόλου Παύλου (που ακριβοπληρώσαμε) έχουν παρασυρθεί προς τα κάτω. Μήπως ζούμε σε άλλη πόλη εμείς και σε άλλη οι υπουργοί;

Νιρβάνας και Πολίτης


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08-06-10

Tου Νίκου Βατόπουλου

Ισως ήταν η ανάγκη να ξαναπατήσω σε κάτι σταθερό, που με έστρεψε να ασχοληθώ με τις πρόσφατες επανεκδόσεις παλαιών ελληνικών μυθιστορημάτων από τις αρχές του 20ού αιώνα. Είχα από καιρό στα «αδιάβαστα» την επανέκδοση ενός μυθιστορήματος του Παύλου Νιρβάνα («Το Αγριολούλουδο», εκδ. Πατάκη) και ήρθε και η νέα σειρά των εκδόσεων «Ελληνικά Γράμματα», που άρχισε με Κοσμά Πολίτη και Γαλάτεια Καζαντζάκη. Μαζί λοιπόν με το «Αγριολούλουδο», είχα και το «Λεμονοδάσος» και μία ωραία θέα στον αθηναϊκό μεσοπόλεμο.

Εχω λίγες σελίδες για να τελειώσω το βιβλίο του Παύλου Νιρβάνα, αλλά ομολογώ ότι νιώθω ήδη γεμάτος από αίσθημα νοσταλγία για την παλιά Ελλάδα. Θα φταίει το κλίμα της εποχής, που σε βουλιάζει αν δεν έχεις πολλές εσωτερικές αντιστάσεις, γι’ αυτό και έπιασα τον εαυτό μου να «αναπαύεται» στις μοναδικές περιγραφές που κάνει ο Νιρβάνας για τα ελατοδάση της Κεφαλονιάς, που με το μυρωμένο αέρα τους γιάτρευαν φιλάσθενη Αθηναία κόρη. Ο φιλόλογος Γιάννης Παπακώστας που επιμελείται της σειράς «Επί τα ίχνη» (των εκδόσεων Πατάκη) έκανε μία εξαιρετική επαναφορά στη ζωή αυτού του μεσοπολεμικού μυθιστορήματος, εγχείρημα που για τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» έχει αναλάβει η συγγραφέας και καθηγήτρια Αγγέλα Καστρινάκη (που επιμελείται τη σειρά «Πεζογραφικές Επισημάνσεις»). Πρόσφατα, και η «Εστία» που έχει την κλασική, πολύτομη Βιβλιοθήκη Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, επανέκδωσε σε ανεξάρτητη, επιμελημένη σειρά τον Αγγελο Τερζάκη και τη Μαρία Ιορδανίδου. Αυτό που έγινε τόσο επιτυχημένα πριν από 20 - 22 χρόνια από τη «Νεφέλη» (από τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Ν. Βαγενά) αλλά και από τις εκδόσεις «Στιγμή» του Επ. Γονατά, για τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα, γίνεται τώρα για ξεχασμένα έργα του ελληνικού μεσοπολέμου από άλλες εκδοτικές σειρές. Είναι ένας πλούτος και απαιτεί κουράγιο, καθώς τα βιβλία αυτά δεν μπορούν να πετύχουν υψηλές πωλήσεις. Ωστότο, η καλαισθησία και η ποιότητα γραφής του Παύλου Νιρβάνα είναι ένα βάλσαμο. Συμπτωματικά, είχα διαβάσει στην εφημερίδα «Εστία» του περασμένου Σαββάτου την ανατύπωση χρονογραφήματος του Νιρβάνα από το 1910 με θέμα το Παλαιό Φάληρο. Μοναδικό.

Απειλείται με κατεδάφιση το «Ηρώον» στο Ηράκλειο Κρήτης


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-06-10

Του Νίκου Βατόπουλου

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. Ενα μείζον θέμα νεώτερης αρχιτεκτονικής και διαχείρισης ιστορικής μνήμης απασχολεί το Ηράκλειο Κρήτης. Η απαξίωση με την οποία περιβάλλει το υπουργείο Πολιτισμού το «Ηρώον» στην Πλατεία Ελευθερίας έχει προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις από αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες, οι οποίοι επισημαίνουν ότι το μνημείο αποτελεί κομμάτι της ιστορίας τη πόλης.

Το «Ηρώον», που το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του υπ. Πολιτισμού θεωρεί ανάξιο διατηρήσεως (από το 2006), είναι κτίσμα του 1930 και αποτελεί υλοποίηση μιας ιδέας του αρχαιολόγου Σπυρ. Μαρινάτου. Σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Κυριακό (με μεγάλη δράση στην πόλη) σε ρυθμό νεο-μινωικό. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών του Αρθουρ Εβανς είχαν δημιουργήσει το πλαίσιο υποδοχής ενός «Μινωικού Μεγάρου». Το «Ηρώον» ήταν το σύμβολο της πόλης για τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας από την Εθνική Παλιγγενεσία (1830 - 1930). Χτίστηκε σε οικόπεδο που παραχώρησε η Νομαρχία στον Δήμο Ηρακλείου και η ανέγερση χρηματοδοτήθηκε από δημόσιους εράνους.

Το «Ηρώον» περιέπεσε σταδιακά σε απαξίωση από την περίοδο της Κατοχής. Προηγουμένως, στέγασε το πρώτο Ιστορικό-Εθνολογικό Μουσείο της Κρήτης με κειμήλια των Κρητικών Επαναστάσεων, αλλά λεηλατήθηκε και εγκαταλείφθηκε οριστικά τον Μάιο του 1941. «Εγκατάλειψη και βεβήλωση είναι οι λέξεις που μπορούν να περιγράψουν τη σημερινή κατάσταση του μνημείου, το οποίο εγκλωβίζεται ανάμεσα σε μεταγενέστερα προσκτίσματα, όπως οι τουαλέτες (!) και τα πρόχειρα υπόστεγα», γράφει ο αρχαιολόγος Γιώργος Α. Τζωράκης, ο οποίος έχει εκπονήσει λεπτομερή επιστημονική μελέτη για το «Ηρώον».

«Τα ιερά κέρατα που επέστεφαν τον θριγκό του μνημείου έχουν εξαφανιστεί, ενώ οι γυάλινοι φεγγίτες έχουν αντικατασταθεί με σιδερένια πλέγματα και λαμαρίνες. Οι σοβάδες αποκολλώνται και η τοιχοποιία ρηγματώνεται με γοργούς ρυθμούς από την οργιώδη βλάστηση που αναπτύσσεται πάνω στα αρχιτεκτονικά μέρη του “Ηρώου”», σημειώνει. Ο κ. Γ. Τζωράκης αναλύει με ακρίβεια όλες τις πτυχές του ζητήματος, η μελέτη του οποίου δεν αφήνει κανένα ερώτημα δίχως σαφή απάντηση.

Ο χώρος στον οποίο ευρίσκεται το «Ηρώον» έχει πλέον αποδοθεί σε ιδώτες, στους οποίους περιήλθε η κυριότητα έπειτα από δικαστικούς αγώνες. Παρότι τα σχέδια πόλης του Ηρακλείου χαρακτηρίζουν τον χώρο κοινόχρηστο και αδόμητο, οι ιδιοκτήτες έχουν αιτηθεί την κατεδάφιση του μνημείου και την ανέγερση νέας οικοδομής. Τα τελευταία χρόνια, ο περιβάλλων χώρος λειτουργεί ως πάρκινγκ!

Η επιστημονική εργασία του Γ. Α. Τζωράκη διαβιβάστηκε από το Παράρτημα Κρήτης του Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων στην Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Εργων Κρήτης ώστε να κηρυχθεί διατηρητέο. Ομως, η Κεντρική Υπηρεσία στην Αθήνα ενημέρωσε ότι δεν θα προωθήσει τον επικαιροποιημένο φάκελο στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων επειδή «δεν υπάρχει επαρκής αιτιολογία για την επαναξιολόγηση του μνημείου»!

Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης σε γραμματόσημα

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22-06-10

Νίκος Bατόπουλος

ΦΙΛΟΤΕΛΙΣΜΟΣ
Ηταν επόμενο, το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης να αποτελέσει ξεχωριστό θέμα αναμνηστικής σειράς γραμματοσήμων. Η νέα σειρά, (από χθες σε κυκλοφορία), αποτελείται από πέντε αξίες με εκθέματα του Μουσείου, ενώ στην αξία του ενός ευρώ απεικονίζεται η πρόσοψη και κύρια είσοδος του Μουσείου από την οδό Δ. Αρεοπαγίτου.

Αυτό που προκαλεί ενδιαφέρον είναι ότι η νέα σειρά είναι σχεδιασμένη από τον ζωγράφο Δημήτρη Κούκο. Τα ΕΛΤΑ έχουν συχνά συνεργαστεί με εικαστικούς καλλιτέχνες και σαφώς υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης αυτής της πολιτικής. Η σχεδιαστική απεικόνιση από τον Δημήτρη Κούκο έχει έναν μετα-ιμπρεσιονιστικό χαρακτήρα με ελκυστικό αποτέλεσμα. Ως θεματική επιλογή ξεχωρίζει ο «Μαρμάρινος Σκύλος» και ως σύνθεση η «Οψη της Αίθουσας του Παρθενώνα».

Είναι σωστή η αφιέρωση μιας σειράς στο Μουσείο Ακροπόλεως. Αλλά είναι ένα θέμα απολύτως προβλέψιμο, που δεν διαχέει πληροφόρηση ούτε αποτίει τιμή. Είναι μία αντανάκλαση του νέου αστικού και πολιτιστικού τοπίου, θεμιτή και αναγκαία, αλλά ενδεικτική του περιθωρίου που υπάρχει για θέματα με μεγαλύτερη φαντασία. Επίσης, είναι αναγκαίο το άνοιγμα των ΕΛΤΑ στη νέα γενιά Ελλήνων γραφιστών (ταλαντούχοι καλλιτέχνες που διακρίνονται, π.χ., στα Ελληνικά Βραβεία Γραφιστικής και Εικονογράφησης). Το νέο ντιζάιν made in Greece έχει πολλά περιθώρια εφαρμογής στην ιδιαίτερη τέχνη του γραμματοσήμου αλλά και όλου του επικοινωνιακού προφίλ των ΕΛΤΑ. Ενας πολύ καλός ζωγράφος δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι εξ ίσου καλός στη δημιουργία ενός γραμματοσήμου. Εκεί, μπορεί να επιτύχει περισσότερο ένας ταλαντούχος γραφίστας, που είναι κι αυτός καλλιτέχνης.

Ενοχή και εξιλέωση


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10-07-10

"Το Μοναστήρι", του Πάνου Καρνέζη

Του Νικου Βατοπουλου

Στην Ισπανία της δεκαετίας του ’30 εκτυλίσσεται το νέο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη. Το «Μοναστήρι» είναι ένα φιλόδοξο βιβλίο που απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό. Διαθέτει δηλαδή όλα τα χαρακτηριστικά του ευκολοδιάβαστου, με την καλή έννοια, βιβλίου, με πολλές βαθμίδες βαθύτερης ανάλυσης σε ένα δεύτερο επίπεδο. Διαβάζοντας το «Μοναστήρι», δεν μπόρεσα να μην αναλογιστώ ότι ο Πάνος Καρνέζης, ζώντας στην Αγγλία και γράφοντας απευθείας στα αγγλικά (μεταφράζει ο ίδιος τα βιβλία του στα ελληνικά), έχει αποκτήσει την καθόλου ελληνική ικανότητα της απλής αφήγησης.

Ο Καρνέζης απευθύνεται στον αναγνώστη και όχι στην «παρέα» του. Ενα μάθημα για πολλούς.

Το «Μοναστήρι» είναι ένα μυθιστόρημα μυστηρίου που θα μπορούσε κανείς αυθαιρέτως να το εντάξει στην υποθετική κατηγορία του «καθολικού μυστικισμού». Η πλοκή του, που μπορεί να γίνει και ένα θαυμάσιο κινηματογραφικό σενάριο, προσφέρεται για την καλλιέργεια της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας μιας ισπανικής γυναικείας μονής στον Μεσοπόλεμο (και πριν από τον ισπανικό εμφύλιο), όπως οδηγείται να καταλάβει ο αναγνώστης.

Αυτό που με εντυπωσίασε στο νέο βιβλίο του Πάνου Καρνέζη είναι ότι γύρω από την ιστορία, που ξετυλίγεται με πυρήνα την άφιξη ενός αγνώστου ταυτότητας βρέφους στο μοναστήρι, πλέκεται μια ολόκληρη πινακοθήκη χαρακτήρων, εξαιρετικά σμιλεμένων. Σκεφτόμουν ότι η αφήγηση μιας καλής ιστορίας θέλει πρώτες ύλες την απλότητα, την εμβάθυνση χωρίς επιτήδευση, τη δημιουργία περιβάλλοντος χωρίς περιγραφές. Ο Καρνέζης μας δίνει την ηγουμένη της μονής και τις μοναχές ως αυτόνομες προσωπογραφίες στις οποίες συναντά κανείς τα βασικά στοιχεία της συναισθηματικής νοημοσύνης. Ο φόβος, η ελπίδα, η ενοχή και η εξιλέωση σχηματίζουν ένα ατμοσφαιρικό περιβάλλον που πείθει σαν να έχει δημιουργηθεί από Ισπανό συγγραφέα.

Η ηγουμένη, που είναι η κεντρική τραγική ηρωίδα, είχε στις αρχές του 20ού αιώνα ερωτικό δεσμό και έκανε έκτρωση. Ο αγαπημένος της πέθανε και η ίδια κλείστηκε σε μοναστήρι. Οταν είδε ένα βρέφος στην πόρτα της μονής, πίστεψε ότι ο Θεός την είχε πλέον συγχωρέσει για το αμάρτημά της και ότι είχε δεχθεί τη μετάνοιά της ως ειλικρινή. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Ανάμεσα σε ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα για την ενοχή (που έχει τον πρώτο λόγο και σε παράλληλες ιστορίες του βιβλίου) και σε ένα θρίλερ θρησκευτικής ατμόσφαιρας, ο Πάνος Καρνέζης δίνει στους πολυπληθείς αναγνώστες του ένα διαβαστερό μυθιστόρημα που προσφέρει ευχαρίστηση και σκέψη. Η καθολική Ισπανία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα παρουσιάζεται μέσα από μια δειγματοληπτική φέτα της κοινωνίας της, ερμητική, παραδοσιακή, σκληρή, απόκοσμη αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερα αισθησιακή. Η αλληγορία της απομονωμένης γυναικείας μονής αποκτά από μόνη της ένα ειδικό βάρος.